Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 – (Ματθ. κβ΄ 2-14) - «Οἱ κλητοί καί οἱ ἐκλεκτοί τοῦ βασιλικοῦ Δείπνου»
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἀκούσαμε σήμερα τὸν Κύριο νὰ μᾶς καλεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, νὰ ἀναλογιστοῦμε τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τὴν ὁποία παρομοιάζει μὲ ἕνα μεγαλειῶδες, βασιλικὸ δεῖπνο γάμων. Τὸ Δεῖπνο αὐτὸ δὲν ἀνήκει στὸ παρελθόν, οὔτε ἀφορᾶ μόνο στὸ μακρινὸ μέλλον. Εἶναι ἡ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐκτεινομένη ἐπιτέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου μέσα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς θυσιάζεται καὶ διὰ τοῦ ἱερουργοῦ προσφέρει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του «ὑπέρ της τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Ἡ φωνὴ τοῦ Βασιλέως τῆς Παραβολῆς ἀντηχεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες: «Ἐλᾶτε, ὅλα εἶναι ἔτοιμα», προετοιμασμένα ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του καὶ δωρεὰν προσφερόμενα σὲ ὅλους.
Ὡστόσο, ἡ παραβολὴ ξεδιπλώνει μπροστά μας τὴν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Ὅταν οἱ δοῦλοι τοῦ Βασιλιᾶ πηγαίνουν νὰ καλέσουν τοὺς ἐπίσημους προσκεκλημένους, ἐκεῖνοι ἀδιαφοροῦν. Προτάσσουν τὶς καθημερινές τους ἀσχολίες: ὁ ἕνας πηγαίνει στὸ χωράφι του καὶ ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριο του. Δὲν ἀρνήθηκαν νὰ συμμετάσχουν στὸ βασιλικὸ Δεῖπνο ἐπειδὴ ἔκαναν κάτι κακό, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔβαλαν τὸ κτιστὸ πάνω ἀπὸ τὸν Κτίστη. Προέκριναν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν ἐπίγεια μέριμνα πάνω ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή. Πρόκειται γιὰ τὴν ὕβρη τῆς ἀδιαφορίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς χαρακτηρίζει κατὰ κόρον τὴν ἐποχή μας, καθὼς προτιμᾶμε συνήθως τὶς δικές μας «προφάσεις» ἀντὶ τοῦ εκκλησιασμοῦ καὶ τῆς συμμετοχῆς μας στή θεία Κοινωνία.
Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν ἄρνηση, ὁ Βασιλιᾶς ἀνοίγει τὶς πόρτες τοῦ Δείπνου σὲ ὅλους: «πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς». Ἡ Ἐκκλησία γίνεται μιὰ ἀγκαλιὰ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, χωρὶς ἀποκλεισμούς. Ὅμως, ἡ παραβολὴ μᾶς ἐπιφυλάσσει μιὰ αὐστηρὴ πνευματικὴ προειδοποίηση στὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ εἰσῆλθε στὸ δεῖπνο, ἀλλὰ δὲν φοροῦσε «ἔνδυμα γάμου». Ὁ Βασιλιᾶς τὸν πλησιάζει καὶ τὸν ρωτᾶ μὲ πόνο: «Φίλε, πῶς εἰσῆλθες ἐδῶ χωρὶς νὰ φορᾶς τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου;». Κι ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν εἶχε τί νὰ ἀπαντήσει, ὁ οἰκοδεσπότης διέταξε τοὺς διακόνους νὰ τὸν βγάλουν ἔξω στὸ σκοτάδι.
Γνωρίζοντας ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς (βλ. καί Βασ. Δ΄ Ι΄ 22), ὁ ἴδιος ὁ βασιλιᾶς προσέφερε στοὺς καλεσμένους ἕνα καθαρό, λαμπρὸ ἔνδυμα στὴν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ, ἀντιλαμβανόμαστε, ὅτι ἡ ἔλλειψή του «ἐνδύματος τοῦ γάμου» ἐπιφέρει βαριὰ συνέπεια, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος δέ στερεῖτο τοῦ ἐνδύματος, ἀφοῦ τοῦ τό προσέφερε ὁ Βασιλιᾶς, ἀλλὰ ἀρνήθηκε νὰ τὸ φορέσει. Περιφρόνησε δηλαδή τὸ δῶρο τοῦ Βασιλιᾶ καὶ προτίμησε νὰ καθίσει στὸ τραπέζι μὲ τὰ δικά του, λερωμένα καὶ καθημερινὰ ροῦχα.
Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου συμβολίζει τόν λευκὸ χιτῶνα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία δωρίζεται στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατηρηθεῖ μὲ τὸν προσωπικό του ἀγῶνα καί μέσα ἀπό τό Μυστήριο τῆς Μετανοίας. Δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ λεγόμαστε Χριστιανοί, οὔτε ἀρκεῖ ἡ τυπική, σωματική μας παρουσία μέσα στὸν ἱερό Ναό. Ἂν ἡ καρδιά μας παραμένει γεμάτη κακία, μῖσος, ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια καὶ ἀμετανοησία, τότε βρισκόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία χωρὶς τὸ κατάλληλο ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο ἐξυφαίνεται μέ τήν ἐξομολόγηση καί τά παράλληλα ἔργα τῆς ἀγάπης, καθώς ἡ πίστη μας δὲν εἶναι μιὰ θεωρία, ἀλλὰ μιὰ ζωντανὴ σχέση ποὺ ἀποδεικνύεται μὲ πράξεις φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης.
Ὅμως αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ καθαρότητα τῆς ψυχῆς, πρέπει νὰ καθρεφτίζεται καὶ στὴν ἐξωτερική μας ἐμφάνιση, εἰδικὰ ὅταν προσερχόμαστε στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Τὸ σῶμα μας, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι «ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικεῖ μέσα μας» (βλ. Α΄ Κορ. ς΄19). Ἑπομένως, τὸ πῶς ντυνόμαστε φανερώνει καί τὸν σεβασμό μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας.
Στὶς μέρες μας, παρατηρεῖται συχνὰ μιὰ χαλάρωση ποὺ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς ἀσέβειας. Ἰδιαίτερα γιὰ τὶς χριστιανὲς γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε πιστό, ἡ σεμνὴ καὶ εὐπρεπὴς ἐνδυμασία μέσα στὸν ναὸ δὲν εἶναι ἕνας ἀναχρονιστικὸς κανόνας, ἀλλὰ μιὰ πράξη βαθιᾶς πνευματικῆς συνείδησης καὶ ταπείνωσης. Ἡ σεμνότητα στὰ ροῦχα ἀποφεύγει τὴν πρόκληση, τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴ ματαιοδοξία. Δὲν ἀλλοιώνει, ἀλλὰ ἀναδεικνύει τὴν ἀληθινή, ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί δή τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία, ὅπως γράφει τόσο ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Α΄ Τιμ. β΄9), ὅσο κι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος (βλ. Α΄ Πέτρ. γ΄3 - 4) δὲν βρίσκεται στὰ ἐξωτερικὰ στολίδια, ἀλλὰ «στὸν κρυφὸ ἄνθρωπο τῆς καρδιᾶς, μὲ τὸ ἀφθαρτο στόλισμα τοῦ πράου καὶ ἥσυχου πνεύματος». Ὅταν ὁ πιστός, ἄνδρας ἤ γυναῖκα, εἰσέρχεται μὲ σεμνότητα στὸν ἱερό Ναό, βοηθᾶ τόσο τὸν ἑαυτό του, ὅσο καὶ τοὺς γύρω του νὰ μείνουν συγκεντρωμένοι στὴν προσευχή, χωρὶς νὰ ἀποσπᾶται ἡ προσοχὴ ἀπὸ κοσμικὲς ὑπερβολές. Ἡ ἐξωτερικὴ εὐπρέπεια εἶναι ἡ προέκταση τοῦ ἐσωτερικοῦ γαμήλιου ἐνδύματος, γιά τη συμμετοχή στό βασιλικό δεῖπνο.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ὁ Χριστὸς κλείνει τὴ σημερινὴ παραβολὴ μὲ τὰ λόγια: «Πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», δηλαδή πολλοί εἶναι προσκεκλημμένοι, ἀλλά λίγοι ἀναδεικνύονται ἐκλεκτοί. Ἡ κλήση εἶναι καθολική, γιά ὅλους, ἀλλὰ ἡ ἐκλογὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ δική μας ἀνταπόκριση καὶ τὴν πνευματική μας ἑτοιμότητα.
Πῶς ὅμως θὰ μπορέσουμε ἐμεῖς, οἱ ἀσθενεῖς καὶ καθημερινὰ χειμαζόμενοι ἄνθρωποι, νὰ κρατήσουμε αὐτὸ τὸ γαμήλιο ἔνδυμα, καθαρὸ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ κόσμου;
Τὴν ἀπάντηση καὶ τὴν ἐλπίδα μᾶς τὴ δίνει σήμερα ἡ σημερινὴ ἑορτή: ἡ ἀνάμνηση τοῦ ἐν Χώναις Θαύματος τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Στὶς Χῶνες της Φρυγίας, οἱ εἰδωλολάτρες θέλησαν, νὰ καταστρέψουν τὸν Ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, τὸν ὁποῖο ἀνήγειρε καὶ φρόντιζε κάποιος εὐσεβῆς ὀνόματι Ἄρχιππος, στρέφοντας ἐναντίον του τὰ ὁρμητικὰ νερὰ δύο ποταμῶν, καθὼς δὲν ἄντεχαν τὴν δόξα τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ τὴν πληθώρα τῶν θαυμάτων τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Τότε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἀπαντώντας στὴν ἀγωνιώδη προσευχὴ τοῦ Ἀρχίππου, ἐμφανίστηκε μὲ δόξα, χτύπησε τὸν συμπαγῆ βράχο μὲ ἕνα κοντάρι κι ὁ βράχος σχίστηκε, ἀνοίγοντας μιὰ δίοδο σάν χωνὶ, τό ὁποῖο κατάπιε καί χώνεψε τὰ ὁρμητικὰ νερά, σώζοντας τὸν ναό.
Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔρχεται νὰ σφραγίσει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:
Ὁ συμπαγὴς βράχος της Φρυγίας συμβολίζει τὴ σκληρὴ καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀδιαφόρησαν γιὰ τὸ δεῖπνο τοῦ Βασιλιᾶ. Χρειαζόμαστε τὴν ἐπέμβαση τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὥστε μὲ τὸ πνευματικό του κοντάρι νὰ σπάσει τὸν βράχο τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ νὰ ἀνοίξει τὴν ψυχή μας στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὰ ὁρμητικὰ ποτάμια συμβολίζουν τοὺς πειρασμούς, τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, ποὺ ἀπειλοῦν καθημερινὰ νὰ λερώσουν ἢ νὰ παρασύρουν τὸ ἔνδυμα τοῦ Βαπτίσματός μας.
Ἂς παρακαλέσουμε, λοιπόν, σήμερα τὸν Μέγα Ταξιάρχη Μιχαὴλ νὰ γίνει ὁ δικός μας ἄγρυπνος προστάτης. Ἂς μάθουμε νὰ ἀναφερόμαστε σὲ ἐκεῖνον μὲ τὸ γλυκύτατο μεγαλυνάριο τροπάριο: «Ἔχων σὲ προστάτην καὶ βοηθόν, φύλακα καὶ ρύστην τῆς ψυχῆς μου τῆς ταπεινῆς, Μιχαὴλ Πρωτάρχα καὶ Μέγα Ταξιάρχα, ἐν ὥρᾳ τοῦ κινδύνου, σὺ μοὶ βοήθησον», ὥστε νὰ περιφρουρεῖ τὸν ἐσωτερικὸ Ναὸ τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὰ ὁρμητικὰ κύματα τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Εἶθε μέ τίς ἀρχαγγελικές του πρεσβείες, νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ μήν παραμείνουμε ἁπλῶς «κλητοί», ἀλλὰ νά ἀναδειχθοῦμε «ἐκλεκτοὶ» συνδαιτυμόνες στὸ αἰώνιο Δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνδεδυμένοι μὲ τὸν φωτεινὸ χιτῶνα τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θείας δόξης. Ἀμήν!

