3 islands

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κυριακή μετά τήν Ὕψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ 20 Σεπτεμβρίου 2026 –- (Γαλ. β΄ 16-20)

«Ἡ συσταύρωση μέ τόν Χριστό»

 

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Στόν ἀπόηχο τῆς μεγάλης δεσποτικῆς ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀκούσαμε τόν Ἀπόστολο Παῦλο μέσα ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του, νά ἀποτυπώνει τὴν πεμπτουσία τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας καὶ πνευματικῆς ζωῆς, ἀναφωνώντας: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (β΄20).

Τί σημαίνει, ὅμως, γιὰ τὸν σύγχρονο Ὀρθόδοξο Χριστιανό αὐτὸ τὸ «ἔχω σταυρωθεῖ μαζὶ μὲ τὸν Χριστό;» Πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὶς καθημερινὲς μέριμνες, τὰ ἄγχη καὶ τὶς προκλήσεις, νὰ ἀντιληφθεῖ καί νά φτάσει νά βιώσει τὴ σταύρωση τοῦ ἑαυτοῦ του μαζί μέ τόν Χριστό;

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἐπεξηγεῖ ὅτι γιὰ νὰ ζήσει ὁ Χριστὸς μέσα μας, πρέπει πρῶτα νὰ πεθάνει τὸ ἐγωιστικό μας φρόνημα. Αὐτὴ ἡ «συσταύρωση» μὲ τὸν Χριστὸ στὴν καθημερινότητά μας δὲν εἶναι μιὰ θεωρητικὴ ἰδέα, ἀλλὰ μιὰ ζωντανὴ πρακτικὴ ποὺ πραγματώνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση, τὴ νηστεία, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μετάνοια, τά ὁποῖα ὑποχρεωτικά πρέπει νά ἐπιστέφονται ἀπό τήν συχνή θεία Μετάληψη. Ἀλλιῶς θά μοιάζουμε στούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι τυπικά τηροῦσαν τίς νομικές διατάξεις καί πίστευαν πώς αὐτό ἀρκεῖ γιά τη σωτηρία τους. Ὅμως τα ἀσκητικά μέσα δεν είναι ο σκοπός, αλλά ο δρόμος για την ένωση με τον Χριστό. Γι’ αὐτό κι ὁ Παῦλος ἐπισημαίνει ὅτι δέν μᾶς δικαιώνουν τά ἔργα μας, δηλαδή ἡ νηστεία, ἡ προσευχή, ἡ φιλανθρωπία κλπ, ἀλλά ἡ πίστη στόν Χριστό, ὥστε νά ἀποφύγουμε καί τήν παγίδα τῆς ὑποκρισίας καί τῆς αὐτοδικαίωσης. Ἄς γνωρίζουμε, πώς ὀφείλουμε ὅ,τι κάνουμε νά ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀγάπη μας στόν Χριστό καί νά ἀπολήγει πάλι σέ Ἐκεῖνον.

Ἑρμηνεύοντας τήν συσταύρωση μέ τόν Χριστό, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναρωτιέται πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ καὶ ἀναπνέει νὰ ἔχει σταυρωθεῖ, καὶ ἀπαντᾶ: «Σταύρωση ἐδῶ σημαίνει τὴ νέκρωση τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπιθυμιῶν. Ὅπως ὁ νεκρὸς στὸ σῶμα δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἁμαρτήσει, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ συσταυρώθηκε μὲ τὸν Χριστὸ μένει νεκρὸς ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ζωντανὸς γιὰ τὴν ἀρετή».

Ἡ νηστεία καὶ κάθε εἴδους πνευματικὴ ἄσκηση ποὺ μᾶς παραδίδει ἡ Ἐκκλησία μας, μαζί μέ τή θεία Κοινωνία εἶναι τὰ ἀπαραίτητα θεραπευτικὰ μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα. Δὲν ἀποτελοῦν αὐτοσκοπό, ἀλλὰ τὸ ὄχημα γιὰ νὰ καθαρίσει ἡ καρδιά. Ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἡ σωματικὴ ἀποχὴ ἀπὸ τὶς τροφὲς πρέπει πάντα νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν πνευματικὴ νηστεία: «Νηστεύεις; Δεῖξε μου το μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα σου. Ἂν δεῖς φτωχό, ἐλέησέ τον. Ἂν δεῖς ἐχθρό, συμφιλιώσου μαζί του. Μὴν νηστεύεις μόνο μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ ἂς νηστεύει καὶ τὸ μάτι, καὶ ἡ ἀκοή, καὶ ὅλα τὰ μέλη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία»

Ὅταν ἡ ἄσκηση γίνεται μὲ ταπείνωση, τιθασεύει τὸ σῶμα, ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὶς ὑλικὲς ἐξαρτήσεις καὶ ἀνοίγει χῶρο στὴν καρδιὰ γιὰ νὰ κατοικήσει ὁ Κύριος.

Ἡ χριστιανικὴ σταύρωση δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀπόγνωση, ἀλλὰ στὴν Ἀνάσταση. Ὁ Παῦλος δὲν λέει ἁπλῶς «πέθανα», ἀλλὰ «ζῶ, καὶ μάλιστα δὲν ζῶ ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ζεῖ μέσα μου».

Ἐν τούτοις, ἐδῶ κρύβεται τὸ μεγάλο παράδοξο τῆς πίστεώς μας: ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι τὸ τέλος, ἀλλὰ ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὸ χειρότερο, τὸ πιὸ εἰδεχθὲς καὶ ταπεινωτικὸ μέσο θανατώσεως, ποὺ εἶχε ἐφεύρει ἡ ἀνθρώπινη σκληρότητα, τὸν Σταυρὸ τοῦ μαρτυρίου καὶ τὸ μεταμόρφωσε στὸ κατ' ἐξοχὴν μέσο ἀναστάσεως, ἐλευθερίας καὶ αἰώνιας ζωῆς. Ἐκεῖ ποὺ ὁ κόσμος ἔβλεπε τὴν ἀπόλυτη κατάντια καὶ τὸν θάνατο, ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴ νίκη καὶ τὴ ζωηφόρο δύναμή Του.

Στὰ μάτια τοῦ κόσμου, λοιπόν, ὁ σταυρὸς σημαίνει ἧττα, ντροπὴ καὶ ἐκμηδένιση. Στὴν πνευματικὴ ὅμως ζωή, ὁ Σταυρὸς γίνεται ἡ μοναδικὴ πύλη τῆς ἐλευθερίας. Ὅταν ὁ χριστιανὸς ἀποφασίζει νὰ «σταυρώσει» τὸ θέλημά του, δὲν ὑποδουλώνεται, οὔτε χάνει τὴν προσωπικότητά του. Ἀντίθετα, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς πιὸ σκληρῆς τυραννίας: τῆς τυραννίας τοῦ ἑαυτοῦ του, τῶν παθῶν του καὶ τῆς ἀγωνιώδους ἀνάγκης γιὰ κοσμικὴ ἐπιβεβαίωση.

Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ», δὲν ἐννοεῖ ὅτι ἐξαφανίζεται ὡς ὕπαρξη. Ἐννοεῖ ὅτι τὸ παλαιό, ἐγωιστικὸ καὶ φιλάρεσκο «ἐγὼ» ὑποχωρεῖ, γιὰ νὰ παραχωρήσει τὴ θέση του στὸν Χριστό. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου παύει νὰ εἶναι ἐγωκεντρική καὶ γίνεται ἕνας φωτεινός, ἀναστάσιμος τόπος μέ κέντρο τόν Χριστό. Δὲν κυβερνᾶ πλέον τὸ ἔνστικτο, ὁ θυμὸς ἢ ἡ φιλαυτία, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τότε, ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ ἀγαπᾶ χωρὶς νὰ περιμένει ἀνταπόδοση, νὰ συγχωρεῖ, χωρὶς νὰ κρατᾶ κακία καὶ νὰ εἰρηνεύει ἀκόμη καὶ μέσα στὶς πιὸ μεγάλες καταιγίδες τῆς ζωῆς.

Αὐτὴ ἡ «συσταύρωση» εἶναι μιὰ καθημερινή, δυναμικὴ διαδικασία. Κάθε φορὰ ποὺ σιωποῦμε μπροστὰ σὲ μιὰ προσβολή, κάθε φορὰ ποὺ ὑπομένουμε μὲ δοξολογία μιὰ ἀσθένεια, κάθε φορὰ ποὺ θυσιάζουμε τὴν ἄνεσή μας γιὰ νὰ βοηθήσουμε τὸν ἀδελφό μας, ζοῦμε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Πεθαίνει ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος καὶ ἀνασταίνεται ὁ νέος.

Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν δρόμο τῆς ἀπόλυτης συσταυρώσεως καὶ τῆς βιωμένης πίστης ἔρχεται νὰ μᾶς ἐπικυρώσει σήμερα ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Εὐσταθίου. Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος, ὁ ἔνδοξος στρατηλάτης Πλακίδας τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων, ὅπως ὀνομαζόταν πρίν, ἀξιώθηκε νὰ κληθεῖ στὴν πίστη μὲ ἕναν θαυμαστὸ τρόπο, βλέποντας τὸν Τίμιο Σταυρὸ νὰ λάμπει ἀνάμεσα στὰ κέρατα ἑνὸς ἐλαφιοῦ κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς κυνηγιοῦ. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμή, ἡ ζωή του ἄλλαξε ριζικά. Δὲν δίστασε νὰ ἀποβάλει τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα, τὸν πλοῦτο καὶ τὴ δόξα, προκειμένου νὰ ἐνδυθεῖ τὸν Χριστό.

Σύμφωνα μέ τό Ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου, ὁ Εὐστάθιος ἀναδείχθηκε ἕνας «δεύτερος Ἰώβ». Δοκιμάστηκε σκληρά: ἔχασε τὴν περιουσία του, στερήθηκε γιὰ χρόνια τὴ σύζυγό του Θεοπίστη καὶ τὰ δύο του παιδιά, τὸν Ἀγάπιο καὶ τὸν Θεόπιστο. Ὅμως, δὲν λύγισε, οὔτε γόγγυσε κατὰ τοῦ Θεοῦ. Κράτησε τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ βαθιὰ στὴν καρδιά του, ἀποδεικνύοντας ὅτι τὸ δικό του «ἐγὼ» εἶχε πράγματι πεθάνει, καὶ στὴ θέση του ζοῦσε ἡ ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη στὸ θεῖο θέλημα.

Ὅπως λέει καὶ ὁ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικής στό ἔργο του 100 γνωστικά κεφάλαια: «Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεό, βρίσκει γλυκύτητα ἀκόμη καὶ μέσα στὰ παθήματα, διότι ὁ πόνος γίνεται ἡ γέφυρα ποὺ τὴν ἑνώνει μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο Νυμφίο».

Κι ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ μαρτυρίου, ὅλη ἡ κατ' οἶκον ἐκκλησία του, ὁ ἴδιος, ἡ σύζυγος καὶ τὰ τέκνα του σφράγισαν τὴ συσταύρωσή τους μὲ τὸν Χριστὸ μέσα στὸ πυρωμένο χάλκινο βόδι, κερδίζοντας τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξης.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ καὶ ὁ συνεορτασμὸς τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου μᾶς καλοῦν σὲ μιὰ προσωπικὴ ἀφύπνιση. Ἂς μὴν φοβόμαστε τὸν Σταυρὸ τῶν καθημερινῶν μας δοκιμασιῶν οὔτε τὴν πνευματικὴ ἄσκηση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἂς ἐμπνευστοῦμε ἀπὸ τὴ σταθερότητα καὶ τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου. Ἂς ἐπαναλαμβάνουμε κι ἐμεῖς μὲ πίστη τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἐπιδιώκοντας κάθε μέρα νὰ πεθαίνει ὁ ἐγωισμός μας, ὥστε μέ τη συχνή θεία Κοινωνία, νὰ ἀνίσταται μέσα μας ὁ Χριστός, στὸν Ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 

Εκτύπωση Email

«Ὁ Τίμιος Σταυρὸς εἶναι τὸ μόνο ἀληθινό καύχημα Χριστιανῶν» - Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026 - Πρός τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ - (Γαλ. ς΄ 11-18)

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Εὑρισκόμαστε στὸ κατώφλι τῆς μεγάλης δεσποτικῆς ἑορτῆς, τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, τὴν ὁποία «δορυφοροῦν» οἱ δύο Κυριακές, πρὶν καὶ μετά. Σήμερα, λοιπόν, Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως, ἡ Ἐκκλησία μας, ὡς στοργικὴ μητέρα, μᾶς προετοιμάζει ἀνοίγοντας γιὰ χάρη μας δύο πνευματικοὺς θησαυρούς: ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Γαλάτες καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴ συνομιλία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Νικόδημο, ὅπως τὴν διασώζει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Καὶ τὰ δύο ἀναγνώσματα συγκλίνουν στὴν ἴδια ἀλήθεια: ὅτι ὁ Τίμιος Σταυρὸς εἶναι ἡ ζωντανὴ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ μόνο ἀληθινὸ καύχημα τοῦ Χριστιανοῦ.

Στὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου, ὅπως καί σήμερα ἐν πολλοῖς, ὁρισμένοι ἐπέμεναν τυπολατρικὰ σὲ ἐξωτερικοὺς τύπους καὶ νομικὲς διατάξεις. Ὁ Ἀπόστολος ἀποκαλύπτει τὰ κίνητρά τους, λέγοντας ὅτι τὸ κάνουν αὐτὸ «μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ παρουσιάσουν μιὰ καλὴ ἐξωτερικὴ εἰκόνα καὶ γιὰ νὰ μὴν καταδιώκονται γιὰ χάρη τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ» (βλ. Γαλ. ς΄12). Ἀναζητοῦσαν, δηλαδή, τὴν κοινωνικὴ ἀποδοχὴ καὶ τὴν ἀσφάλεια, ἀποφεύγοντας τὴ θυσία.

Κάνοντας μιά εἰλικρινῆ αὐτοκριτική, θά διαπιστώσουμε ὅτι ἴσως κι ἐμεῖς κάποιες φορὲς παγιδευόμαστε στὴν ἀνάγκη τῆς κοινωνικῆς προβολῆς καὶ περιοριζόμαστε σὲ μιὰ ἐπιφανειακὴ χριστιανικὴ ταυτότητα. Ἐρχόμαστε στὴν Ἐκκλησία, κάνουμε τὸ σταυρό μας, νηστεύουμε, ἀλλὰ μὲ σκοπὸ κυρίως νὰ δείξουμε στοὺς ἄλλους πόσο εὐσεβεῖς εἴμαστε, διατηρῶντας ἁπλῶς μιὰ χριστιανικὴ «βιτρίνα». Συχνά μετατρέπουμε τὸν Σταυρὸ ἀπὸ σύμβολο θυσίας σὲ ἕνα ἁπλὸ κόσμημα στὸ στῆθος μας ἢ ἕνα ἐργαλεῖο κοινωνικῆς ἐπιδοκιμασίας. Ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς ζήτησε νὰ «διακοσμήσουμε» τὴ ζωή μας μὲ τὸν Σταυρό, ἀλλὰ νὰ συσταυρωθοῦμε μαζί Του.

Καί πρίν κάποιος διαμαρτυρηθεῖ, ἂς σκεφτεῖ: Μήπως ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς ζητᾶ νὰ θυσιάσουμε τὸν ἐγωϊσμό μας καὶ νὰ συγχωρήσουμε τὸν ἀδελφὸ ποὺ μᾶς ἔφταιξε, ἐμεῖς ἀδρανοῦμε; Μήπως ὅταν στὸ περιβάλλον μας οἱ ἄλλοι χλευάζουν τη χριστιανική πίστη καί τίς ἀξίες της, ἐμεῖς σιωποῦμε γιὰ νὰ μὴν στοχοποιηθοῦμε; Μήπως τελικὰ προτιμᾶμε ἕναν «ἀνώδυνο» ἰδιωτικὸ χριστιανισμό, χωρὶς Γολγοθᾶ, ποὺ δὲν μᾶς κοστίζει τίποτα καὶ ἁπλῶς ἐφησυχάζει τὴ συνείδησή μας;

Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴ ματαιοδοξία, ὁ Παῦλος μᾶς βροντοφωνάζει: «Σὲ μένα ὅμως, μη γένοιτο νὰ καυχηθῶ γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (βλ. Γαλ. ς΄14). Μέσῳ τοῦ Σταυροῦ, λέει ὁ Ἀπόστολος, ὁ κόσμος ἔχει νεκρωθεῖ γιὰ ἐκεῖνον κι ἐκεῖνος γιὰ τὸν κόσμο. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ πιστὸς ποὺ ἀντικρύζει τον Ἐσταυρωμένο, νεκρώνει μέσα του τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες καὶ δὲν ἐξαρτᾶ τὴν εὐτυχία του ἀπὸ τὶς ἐφήμερες κοσμικές ἀπολαύσεις.

Ἑρμηνεύοντας αὐτὸ τὸ χωρίο, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναρωτιέται: «Καὶ τί εἶναι τὸ καύχημα τοῦ Χριστοῦ;» Καὶ ἀπαντᾶ: «Τὸ ὅτι ὁ Θεός, γιὰ χάρη μας, πῆρε μορφὴ δούλου καὶ ἔπαθε γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἤμασταν ἐχθροί Του». Ἐκεῖ φαίνεται τὸ μέγεθος τῆς θείας Ἀγάπης, καθώς, ὅπως ἐπισημαίνεται καὶ στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, «τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε ἔδωσε τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ» (Ἰω. γ΄16).

Ὁ Ἀπόστολος προχωρεῖ σὲ μιὰ βαθιὰ θεολογικὴ ἀλήθεια, τονίζοντας, ὅτι: «στὴν ἐν Χριστῷ ζωῇ δὲν ἔχουν καμία σημασία οἱ ἐξωτερικὲς διακρίσεις, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μετράει εἶναι ἡ καινούργια δημιουργία, ὁ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος» (βλ. Γαλ. ς΄15). Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἑρμηνεύοντας αὐτὴ τὴ ριζικὴ ἀνακαίνιση, τονίζει μὲ θαυμασμό: «Λίγες σταγόνες αἵματος ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ἀνακαινίζουν ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ μᾶς ἑνώνουν ὅλους μαζί». Στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, λοιπόν, δὲν ἔχουν σημασία τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ μιὰ νέα πνευματικὴ ὕπαρξη ποὺ ἀγαπᾶ, συγχωρεῖ καὶ θυσιάζεται, ὥστε νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια ζωή.

Ἡ σφραγῖδα αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς εἶναι ἡ συμμετοχή μας στὸ πάθος τοῦ Κυρίου. Ὁ Παῦλος ὁλοκληρώνει τὸν λόγο του ὡς ἑξῆς: «ἐγὼ βαστάζω στὸ σῶμα μου τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ» (βλ. Γαλ. ς΄17). Τὰ «στίγματα» ἦταν οἱ πληγὲς ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς ποὺ ὑπέστη γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο. Γιὰ κάθε χριστιανὸ σήμερα, «στίγματα» εἶναι οἱ καθημερινοὶ πνευματικοὶ ἀγῶνες, ἡ ὑπομονὴ στὶς ἀσθένειες, ἡ ἀντίσταση στὰ πάθη καὶ τὴν ἁμαρτία, ποὺ συνιστοῦν τὴν ἄρση τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ χωρὶς γογγυσμὸ, ἀλλὰ καὶ ἡ θυσιαστικὴ προσφορὰ πρὸς τὸν πλησίον. Ὅπως κάποτε στὴν ἔρημο ὁ Μωυσῆς ἔριξε τὸ ξύλο στὰ πικρὰ νερά τῆς Μερρᾶ καὶ ἐκεῖνα γλύκαναν, ἔτσι καὶ τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, ὅταν μπεῖ μὲ ὑπομονὴ στὴν καθημερινότητά μας, γλυκαίνει τὶς πικρίες καὶ τὶς δοκιμασίες. Τὰ «στίγματα» τοῦ πόνου μεταβάλλονται τότε σὲ παράσημα τῆς θείας δόξας.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Κατὰ ἀγαθὴ συγκυρία σήμερα, 13 Σεπτεμβρίου, καθὼς προετοιμαζόμαστε νὰ προσκυνήσουμε τὸν Σταυρό, ἡ Ἐκκλησία μᾶς θυμίζει τὴν Ἀνάμνηση τῶν Ἐγκαινίων τοῦ Πανιέρου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐκείνου τοῦ ἐπίγειου ναοῦ ποὺ ἔχτισαν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ ἡ Ἁγία Ἑλένη, συμπεριλαμβάνοντας κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια στέγη τὸν τόπο τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου στὸν Γολγοθᾶ, τὴ μυροβλύζουσα πλάκα τῆς Ἀποκαθηλώσεως, πάνω στὴν ὁποία ἐναπέθεσαν τὸν νεκρωθέντα Κύριο γιὰ νὰ τὸν προετοιμάσουν γιὰ τὴν ταφὴ καὶ τὸν Πανάγιο καὶ Ζωοδόχο Τάφο.

Ὅπως χαρακτηριστικὰ σημειώνει ὁ Ἅγιος Δημήτριος τοῦ Ροστώφ, «Γιορτάζουμε τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ ποὺ χτίστηκε στὸν τόπο ὅπου κατεργάστηκε ἡ σωτηρία μας, ἐκεῖ ὅπου τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ἔδιωξε τὸ σκοτάδι». Ἂν ἐκεῖνοι ἐγκαινίασαν ἕναν ναὸ ἀπὸ πέτρα, ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ σήμερα νὰ τελέσουμε τὰ ἐγκαίνια τῆς δικῆς μας καρδιᾶς, ἀφοῦ Ἐκεῖνος, μέσα ἀπὸ τὸν προφήτη Ἰεζεκιήλ, μᾶς διαβεβαιώνει: «Θὰ σᾶς δώσω μιὰ νέα καρδιὰ καὶ θὰ βάλω μέσα σας ἕνα πνεῦμα καινούργιο» (Ἰεζ. ΛΣΤ΄ 26). Ἂν ἡ πλάκα τῆς Ἀποκαθηλώσεως δέχθηκε τὸ ἄχραντο Σῶμα τοῦ Κυρίου, ἂς γίνει καὶ ἡ δική μας καρδιὰ μιὰ ἀνάλογη πλάκα, καθαρισμένη ἀπὸ τὴ μετάνοια, ἔτοιμη νὰ Τὸν δεχθεῖ. Ὅμως, ὅπως θυμίζει ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος: «Ὁ Θεὸς ποὺ σὲ ἔπλασε χωρὶς ἐσένα, δὲν θὰ σὲ σώσει χωρὶς ἐσένα». Χρειάζεται καὶ ὁ δικός μας ἀγῶνας.

Ἂς στρέψουμε τὰ μάτια στὸν Ἐσταυρωμένο, ἐγκαινιάζοντας ἀπὸ σήμερα μιὰ νέα ζωή, μὲ βάση τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί τὴ βεβαιότητα ὅτι πίσω ἀπὸ κάθε Γολγοθᾶ μᾶς περιμένει ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ αἰώνια ἐν Χριστῷ ζωή. Ἀμήν.

Εκτύπωση Email

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026 – (Ματθ. κβ΄ 2-14) - «Οἱ κλητοί καί οἱ ἐκλεκτοί τοῦ βασιλικοῦ Δείπνου»

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἀκούσαμε σήμερα τὸν Κύριο νὰ μᾶς καλεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, νὰ ἀναλογιστοῦμε τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τὴν ὁποία παρομοιάζει μὲ ἕνα μεγαλειῶδες, βασιλικὸ δεῖπνο γάμων. Τὸ Δεῖπνο αὐτὸ δὲν ἀνήκει στὸ παρελθόν, οὔτε ἀφορᾶ μόνο στὸ μακρινὸ μέλλον. Εἶναι ἡ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐκτεινομένη ἐπιτέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου μέσα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς θυσιάζεται καὶ διὰ τοῦ ἱερουργοῦ προσφέρει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του «ὑπέρ της τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Ἡ φωνὴ τοῦ Βασιλέως τῆς Παραβολῆς ἀντηχεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες: «Ἐλᾶτε, ὅλα εἶναι ἔτοιμα», προετοιμασμένα ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του καὶ δωρεὰν προσφερόμενα σὲ ὅλους.

Ὡστόσο, ἡ παραβολὴ ξεδιπλώνει μπροστά μας τὴν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Ὅταν οἱ δοῦλοι τοῦ Βασιλιᾶ πηγαίνουν νὰ καλέσουν τοὺς ἐπίσημους προσκεκλημένους, ἐκεῖνοι ἀδιαφοροῦν. Προτάσσουν τὶς καθημερινές τους ἀσχολίες: ὁ ἕνας πηγαίνει στὸ χωράφι του καὶ ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριο του. Δὲν ἀρνήθηκαν νὰ συμμετάσχουν στὸ βασιλικὸ Δεῖπνο ἐπειδὴ ἔκαναν κάτι κακό, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔβαλαν τὸ κτιστὸ πάνω ἀπὸ τὸν Κτίστη. Προέκριναν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν ἐπίγεια μέριμνα πάνω ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή. Πρόκειται γιὰ τὴν ὕβρη τῆς ἀδιαφορίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς χαρακτηρίζει κατὰ κόρον τὴν ἐποχή μας, καθὼς προτιμᾶμε συνήθως τὶς δικές μας «προφάσεις» ἀντὶ τοῦ εκκλησιασμοῦ καὶ τῆς συμμετοχῆς μας στή θεία Κοινωνία.

Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν ἄρνηση, ὁ Βασιλιᾶς ἀνοίγει τὶς πόρτες τοῦ Δείπνου σὲ ὅλους: «πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς». Ἡ Ἐκκλησία γίνεται μιὰ ἀγκαλιὰ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, χωρὶς ἀποκλεισμούς. Ὅμως, ἡ παραβολὴ μᾶς ἐπιφυλάσσει μιὰ αὐστηρὴ πνευματικὴ προειδοποίηση στὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ εἰσῆλθε στὸ δεῖπνο, ἀλλὰ δὲν φοροῦσε «ἔνδυμα γάμου». Ὁ Βασιλιᾶς τὸν πλησιάζει καὶ τὸν ρωτᾶ μὲ πόνο: «Φίλε, πῶς εἰσῆλθες ἐδῶ χωρὶς νὰ φορᾶς τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου;». Κι ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν εἶχε τί νὰ ἀπαντήσει, ὁ οἰκοδεσπότης διέταξε τοὺς διακόνους νὰ τὸν βγάλουν ἔξω στὸ σκοτάδι.

Γνωρίζοντας ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς (βλ. καί Βασ. Δ΄ Ι΄ 22), ὁ ἴδιος ὁ βασιλιᾶς προσέφερε στοὺς καλεσμένους ἕνα καθαρό, λαμπρὸ ἔνδυμα στὴν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ, ἀντιλαμβανόμαστε, ὅτι ἡ ἔλλειψή του «ἐνδύματος τοῦ γάμου» ἐπιφέρει βαριὰ συνέπεια, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος δέ στερεῖτο τοῦ ἐνδύματος, ἀφοῦ τοῦ τό προσέφερε ὁ Βασιλιᾶς, ἀλλὰ ἀρνήθηκε νὰ τὸ φορέσει. Περιφρόνησε δηλαδή τὸ δῶρο τοῦ Βασιλιᾶ καὶ προτίμησε νὰ καθίσει στὸ τραπέζι μὲ τὰ δικά του, λερωμένα καὶ καθημερινὰ ροῦχα.

Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου συμβολίζει τόν λευκὸ χιτῶνα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.

Εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία δωρίζεται στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατηρηθεῖ μὲ τὸν προσωπικό του ἀγῶνα καί μέσα ἀπό τό Μυστήριο τῆς Μετανοίας. Δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ λεγόμαστε Χριστιανοί, οὔτε ἀρκεῖ ἡ τυπική, σωματική μας παρουσία μέσα στὸν ἱερό Ναό. Ἂν ἡ καρδιά μας παραμένει γεμάτη κακία, μῖσος, ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια καὶ ἀμετανοησία, τότε βρισκόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία χωρὶς τὸ κατάλληλο ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο ἐξυφαίνεται μέ τήν ἐξομολόγηση καί τά παράλληλα ἔργα τῆς ἀγάπης, καθώς ἡ πίστη μας δὲν εἶναι μιὰ θεωρία, ἀλλὰ μιὰ ζωντανὴ σχέση ποὺ ἀποδεικνύεται μὲ πράξεις φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης.

Ὅμως αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ καθαρότητα τῆς ψυχῆς, πρέπει νὰ καθρεφτίζεται καὶ στὴν ἐξωτερική μας ἐμφάνιση, εἰδικὰ ὅταν προσερχόμαστε στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Τὸ σῶμα μας, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι «ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικεῖ μέσα μας» (βλ. Α΄ Κορ. ς΄19). Ἑπομένως, τὸ πῶς ντυνόμαστε φανερώνει καί τὸν σεβασμό μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας.

Στὶς μέρες μας, παρατηρεῖται συχνὰ μιὰ χαλάρωση ποὺ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς ἀσέβειας. Ἰδιαίτερα γιὰ τὶς χριστιανὲς γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε πιστό, ἡ σεμνὴ καὶ εὐπρεπὴς ἐνδυμασία μέσα στὸν ναὸ δὲν εἶναι ἕνας ἀναχρονιστικὸς κανόνας, ἀλλὰ μιὰ πράξη βαθιᾶς πνευματικῆς συνείδησης καὶ ταπείνωσης. Ἡ σεμνότητα στὰ ροῦχα ἀποφεύγει τὴν πρόκληση, τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴ ματαιοδοξία. Δὲν ἀλλοιώνει, ἀλλὰ ἀναδεικνύει τὴν ἀληθινή, ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί δή τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία, ὅπως γράφει τόσο ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Α΄ Τιμ. β΄9), ὅσο κι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος (βλ. Α΄ Πέτρ. γ΄3 - 4) δὲν βρίσκεται στὰ ἐξωτερικὰ στολίδια, ἀλλὰ «στὸν κρυφὸ ἄνθρωπο τῆς καρδιᾶς, μὲ τὸ ἀφθαρτο στόλισμα τοῦ πράου καὶ ἥσυχου πνεύματος». Ὅταν ὁ πιστός, ἄνδρας ἤ γυναῖκα, εἰσέρχεται μὲ σεμνότητα στὸν ἱερό Ναό, βοηθᾶ τόσο τὸν ἑαυτό του, ὅσο καὶ τοὺς γύρω του νὰ μείνουν συγκεντρωμένοι στὴν προσευχή, χωρὶς νὰ ἀποσπᾶται ἡ προσοχὴ ἀπὸ κοσμικὲς ὑπερβολές. Ἡ ἐξωτερικὴ εὐπρέπεια εἶναι ἡ προέκταση τοῦ ἐσωτερικοῦ γαμήλιου ἐνδύματος, γιά τη συμμετοχή στό βασιλικό δεῖπνο.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ὁ Χριστὸς κλείνει τὴ σημερινὴ παραβολὴ μὲ τὰ λόγια: «Πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», δηλαδή πολλοί εἶναι προσκεκλημμένοι, ἀλλά λίγοι ἀναδεικνύονται ἐκλεκτοί. Ἡ κλήση εἶναι καθολική, γιά ὅλους, ἀλλὰ ἡ ἐκλογὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ δική μας ἀνταπόκριση καὶ τὴν πνευματική μας ἑτοιμότητα.

Πῶς ὅμως θὰ μπορέσουμε ἐμεῖς, οἱ ἀσθενεῖς καὶ καθημερινὰ χειμαζόμενοι ἄνθρωποι, νὰ κρατήσουμε αὐτὸ τὸ γαμήλιο ἔνδυμα, καθαρὸ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ κόσμου;

Τὴν ἀπάντηση καὶ τὴν ἐλπίδα μᾶς τὴ δίνει σήμερα ἡ σημερινὴ ἑορτή: ἡ ἀνάμνηση τοῦ ἐν Χώναις Θαύματος τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Στὶς Χῶνες της Φρυγίας, οἱ εἰδωλολάτρες θέλησαν, νὰ καταστρέψουν τὸν Ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, τὸν ὁποῖο ἀνήγειρε καὶ φρόντιζε κάποιος εὐσεβῆς ὀνόματι Ἄρχιππος, στρέφοντας ἐναντίον του τὰ ὁρμητικὰ νερὰ δύο ποταμῶν, καθὼς δὲν ἄντεχαν τὴν δόξα τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ τὴν πληθώρα τῶν θαυμάτων τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Τότε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἀπαντώντας στὴν ἀγωνιώδη προσευχὴ τοῦ Ἀρχίππου, ἐμφανίστηκε μὲ δόξα, χτύπησε τὸν συμπαγῆ βράχο μὲ ἕνα κοντάρι κι ὁ βράχος σχίστηκε, ἀνοίγοντας μιὰ δίοδο σάν χωνὶ, τό ὁποῖο κατάπιε καί χώνεψε τὰ ὁρμητικὰ νερά, σώζοντας τὸν ναό.

Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔρχεται νὰ σφραγίσει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:

Ὁ συμπαγὴς βράχος της Φρυγίας συμβολίζει τὴ σκληρὴ καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀδιαφόρησαν γιὰ τὸ δεῖπνο τοῦ Βασιλιᾶ. Χρειαζόμαστε τὴν ἐπέμβαση τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὥστε μὲ τὸ πνευματικό του κοντάρι νὰ σπάσει τὸν βράχο τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ νὰ ἀνοίξει τὴν ψυχή μας στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὰ ὁρμητικὰ ποτάμια συμβολίζουν τοὺς πειρασμούς, τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, ποὺ ἀπειλοῦν καθημερινὰ νὰ λερώσουν ἢ νὰ παρασύρουν τὸ ἔνδυμα τοῦ Βαπτίσματός μας.

Ἂς παρακαλέσουμε, λοιπόν, σήμερα τὸν Μέγα Ταξιάρχη Μιχαὴλ νὰ γίνει ὁ δικός μας ἄγρυπνος προστάτης. Ἂς μάθουμε νὰ ἀναφερόμαστε σὲ ἐκεῖνον μὲ τὸ γλυκύτατο μεγαλυνάριο τροπάριο: «Ἔχων σὲ προστάτην καὶ βοηθόν, φύλακα καὶ ρύστην τῆς ψυχῆς μου τῆς ταπεινῆς, Μιχαὴλ Πρωτάρχα καὶ Μέγα Ταξιάρχα, ἐν ὥρᾳ τοῦ κινδύνου, σὺ μοὶ βοήθησον», ὥστε νὰ περιφρουρεῖ τὸν ἐσωτερικὸ Ναὸ τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὰ ὁρμητικὰ κύματα τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Εἶθε μέ τίς ἀρχαγγελικές του πρεσβείες, νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ μήν παραμείνουμε ἁπλῶς «κλητοί», ἀλλὰ νά ἀναδειχθοῦμε «ἐκλεκτοὶ» συνδαιτυμόνες στὸ αἰώνιο Δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνδεδυμένοι μὲ τὸν φωτεινὸ χιτῶνα τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θείας δόξης. Ἀμήν!

Εκτύπωση Email

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους

Άυριο
γιορτάζουν:

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα"

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Σήμερα:

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31