3 islands

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΚΗΡΥΓΜΑ: Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2026 – (Ἑβρ. β΄ 2-10)

«Ἄγγελοι καί Ἄνθρωποι στή Θεία Λειτουργία»

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Μὲ τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἀνοίγει τὰ μάτια μπροστά στον ἀόρατο κόσμο, καθὼς σήμερα ἑορτάζουμε τὴ Σύναξη τῶν Ἀρχαγγέλων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ ὅλων τῶν ἐπουρανίων ἀσωμάτων ἀγγελικῶν Δυνάμεων. Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι δὲν εἶναι ἀφηρημένες ἰδέες, οὔτε ποιητικὰ σχήματα, ἀλλὰ ζωντανά, νοερὰ πνεύματα, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς ἔπλασε γιὰ νὰ Τὸν δοξολογοῦν καὶ νὰ διακονοῦν τὴ δική μας σωτηρία.

Ἴσως ὅμως δὲν ἔχουμε συνειδητοποιήσει ὅτι μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει ἕνας συγκεκριμένος τόπος καὶ ἕνας συγκεκριμένος χρόνος, ὅπου ἡ παρουσία τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων γίνεται ἐντυπωσιακὰ αἰσθητή. Κι αὐτὸς εἶναι ὁ ἱερὸς Ναὸς κατὰ τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Καὶ καθὼς πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς προσερχόμαστε στὴν Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ἐν πολλοῖς τί ἀκριβῶς τελεῖται μέσα στὸν ἱερὸ Ναὸ καὶ κυρίως στὸ Ἅγιο Βῆμα, ἂς ἀκούσουμε τοὺς μεγάλους Πατέρες, πού ἑρμήνευσαν τήν Θεία Λειτουργία.

Ἡ Θεία Λειτουργία ξεδιπλώνεται μπροστά μας ὡς μιὰ ζωντανὴ φανέρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρώτη λαμπρὴ στιγμὴ εἶναι ἡ Μικρὴ Εἴσοδος, ὅταν ὁ ἱερέας ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα λιτανεύοντας τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ συμβολίζοντας ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λαμπάδα ποὺ προηγεῖται συμβολίζει μὲ τὴ σειρά της τὸν Τίμιο Πρόδρομο, ποὺ προετοίμασε τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεχθοῦν τὸν Χριστό. Ὅταν ὁ Ἱερέας φθάσει στὸ κέντρο τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, τότε παρακαλεῖ τὸν Κύριο «…ὥστε μαζὶ μὲ τὴ δική μας εἴσοδο, νὰ πραγματοποιηθεῖ εἴσοδος ἁγίων ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι θὰ συλλειτουργοῦν μαζί μας καὶ θὰ δοξολογοῦν μαζί μας τὴν ἀγαθότητά Του» (Εὐχὴ τῆς Μικρῆς Εἰσόδου).

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὁ κατεξοχὴν μυσταγωγὸς τῆς λατρείας μας, ἐξηγεῖ λέγοντας: «Ἡ εἴσοδος τοῦ Εὐαγγελίου φανερώνει τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου... διότι τότε καὶ οἱ Ἄγγελοι συνεισέρχονται καὶ συμπαραστέκονται στὸν ἱερέα, καὶ στέκονται γύρω ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο» (Περὶ τοῦ Ἁγίου Ναοῦ, 142).

Ὅταν, λοιπόν, βλέπουμε τὸ Εὐαγγέλιο νὰ περνᾶ ἀνάμεσά μας, βλέπουμε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ περιστοιχισμένο ἀπὸ ἀόρατα ἀγγελικὰ τάγματα.

Προχωρώντας βαθύτερα στὸ τελούμενο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, φτάνουμε στὴν ὥρα τῆς Μεγάλης Εἰσόδου, ὅπου ὁ ἱερέας μεταφέρει τὰ Τίμια Δῶρα ἀπὸ τὴν Προσκομιδὴ στὴν Ἁγία Τράπεζα, συμβολίζοντας τὴ μεταφορὰ καὶ τὴν ταφὴ τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν Νικόδημο, καθὼς ἡ Ἁγία Τράπεζα συμβολίζει τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ. Κάθε φορὰ ποὺ ψάλλουμε τὸν Χερουβικὸ Ὕμνο, θυμόμαστε ὅτι ὁ Βασιλέας τῶν ὅλων συνοδεύεται ἀοράτως ἀπὸ ἀγγελικὲς δυνάμεις.

Γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅμως ἀκόμη περισσότερο τὸ ἀσύλληπτο βάθος αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἀξίζει νὰ στρέψουμε τὸν νοῦ μας στὸν ὕμνο ποὺ ψάλλεται ἀντὶ Χερουβικοῦ τὸ Μεγάλο Σάββατο: «Σιγησάτω πᾶσα σὰρξ βροτεία...» ὁ ὁποῖος σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση λέει: «Ἂς σιγήσει κάθε ἀνθρώπινη σάρκα καὶ ἂς στέκεται μὲ φόβο καὶ τρόμο καὶ ἂς μὴν σκέφτεται μέσα της τίποτα τὸ γήινο ἢ ὑλικό· διότι ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων προσέρχεται γιὰ νὰ σφαγιαστεῖ καὶ νὰ δοθεῖ ὡς τροφὴ στοὺς πιστούς. Μπροστά ἀπὸ Αὐτὸν προπορεύονται οἱ χοροὶ τῶν Ἀγγέλων, μαζὶ μὲ κάθε οὐράνια Ἀρχὴ καὶ Ἐξουσία, τὰ πολυόμματα Χερουβεὶμ καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφείμ, τὰ ὁποῖα καλύπτουν τὰ πρόσωπά τους ἀπὸ δέος καὶ ἀναβοοῦν τὸν ὕμνο: Ἀλληλούια, Ἀλληλούια, Ἀλληλούϊα». Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια, ὅτι οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι προηγοῦνται τῶν Τιμίων Δώρων!

Γι’ αὐτὸ κι ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, περιγράφοντας τὴν πρέπουσα στάση μας ἐκείνη τὴν ὥρα λέει: «Ὑποδεχόμαστε τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων, ὁ ὁποῖος συνοδεύεται ἀοράτως ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς παρατάξεις... Γι' αὐτὸ πρέπει μὲ ὅλη μας τὴν εὐλάβεια καὶ μὲ ἐκτενῆ προσευχὴ νὰ συνοδεύουμε τὰ δῶρα, μέχρι νὰ εἰσέλθουν στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο» (Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, 24).

Τὸ ἀποκορύφωμα ὅμως τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ Ἁγία Ἀναφορά, ἡ ὥρα δηλαδή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἱερέας κι ὁ λαὸς ἑνώνονται μὲ τὶς Ἀγγελικὲς Δυνάμεις ψάλλοντας τὸν ἐπινίκιο ὕμνο: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶναι ὁ Κύριος τῶν οὐρανίων δυνάμεων· γεμᾶτος εἶναι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ἀπὸ τὴ δόξα Σου. Δόξα καὶ ὕμνος ἂς εἶναι στοὺς ὕψιστους οὐρανούς· εὐλογημένος εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται σταλμένος στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Δόξα καὶ ὕμνος ἂς εἶναι στοὺς ὕψιστους οὐρανούς».

Ὁ Ἅγιος Γερμανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μᾶς ἀποκαλύπτει τὴ μεταμόμορφωση τοῦ Ναοῦ ἐκείνη τὴ στιγμή: «Ὁ ναὸς εἶναι ἕνας ἐπίγειος οὐρανός, μέσα στὸν ὁποῖο κατοικεῖ καὶ περιπατεῖ ὁ ἐπουράνιος Θεὸς... καὶ ἡ λατρεία μας ἐκείνη τὴν ὥρα μιμεῖται τὴ λειτουργία τῶν ἀγγέλων» (Ἱστορία Ἐκκλησιαστικὴ καὶ Μυστικὴ Θεωρία). Δὲν ὑπάρχει πλέον διαχωρισμὸς ἀνάμεσα στὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ. Οἱ Ἄγγελοι στὸν οὐρανὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι στὸν ἐπίγειο ἱερό Ναὸ ἑνώνονται γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα.

Σήμερα ποὺ ἑορτάζουμε τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους, ἂς θυμηθοῦμε, πώς ὅταν ὁ πρῶτος τῶν ἀγγέλων ὀνόματι Ἑωσφόρος γκρεμίστηκε ἀπό τούς Οὐρανούς, λόγῳ τῆς ὑπερηφάνειάς του, ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ στάθηκε στὸ μέσον τοῦ οὐρανοῦ καὶ φώναξε πρὸς τὰ ὑπόλοιπα τάγματα: «Ἀς σταθοῦμε ὄρθιοι μὲ σταθερότητα, ἂς σταθοῦμε μὲ φόβο Θεοῦ, ἂς προσέξουμε!» Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ φράση ἀκοῦμε ἀπὸ τὸν ἱερέα λίγο πρὶν τὴν Ἁγία Ἀναφορά: «Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετὰ φόβου· πρόσχωμεν τὴν ἁγίαν ἀναφοράν ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν».

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Εἶναι κρίμα, ὅταν βρισκόμαστε μέσα στὸν «ἐπίγειο οὐρανὸ» τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, νὰ μιλοῦμε, νὰ ἀφαιρούμαστε, νὰ κοιτάζουμε τὰ κινητά μας ἢ νὰ σχολιάζουμε τὸν διπλανό μας, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱ οὐράνιες δυνάμεις προπορεύονται καὶ τὰ Σεραφείμ καλύπτουν τὰ πρόσωπά τους ἀπὸ δέος μπροστά στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ἡ Λειτουργία δὲν εἶναι ἕνα κοινωνικὸ καθῆκον· εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Οὐρανὸς ποὺ κατεβαίνει στὴ γῆ.

Γι’ αὐτό, ἂς μετατρέψουμε τὸ ἀγγελικὸ παράγγελμα σὲ πρακτικὴ στάση ζωῆς.

Ἂς ἐρχόμαστε νωρὶς στὸν Ἱερό Ναό, ὥστε νὰ προετοιμάζεται ἡ ψυχή μας ἥσυχα, μακριὰ ἀπὸ τὴ βιασύνη τῆς τελευταίας στιγμῆς.

Ἂς κρατοῦμε τὴ γλώσσα μας ἀπὸ κάθε ψίθυρο ἢ χαιρετισμὸ καὶ τὰ μάτια μας στραμμένα στὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο.

Ὅταν ὁ νοῦς μας ξεφεύγει σὲ γήινες ἔγνοιες, ἂς τὸν ἐπαναφέρουμε λέγοντας τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ἑνώνοντας τὴ φωνή μας μὲ τοὺς Ἀγγέλους.

Τέλος ἂς παρακαλέσουμε τοὺς Ἁγίους Ἀρχαγγέλους νὰ μᾶς δίνουν αὐτὴ τὴν «ἀγγελικὴ αἴσθηση» κάθε φορὰ ποὺ ἐκκλησιαζόμαστε. Νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ γινόμαστε συνειδητοὶ μέτοχοι τῶν Μυστηρίων, ὥστε ἡ ἐπίγεια λατρεία μας νὰ γίνει ἡ ἀληθινὴ πρόγευση τῆς αἰώνιας δοξολογίας στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀμήν.

 

 

Εκτύπωση Email

ΚΗΡΥΓΜΑ: Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026 – (Α’ Κορ. ιβ΄ 27-ιγ΄ 7)

«Ἡ ἀληθινή ἀγάπη ἀρδεύεται ἀπό τήν θεία Κοινωνία»

 

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

«Ἐσεῖς εἶστε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ καθένας σας εἶναι ἕνα ξεχωριστὸ μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος».

Μὲ αὐτὸν τὸν βαθύτατα ἐκκλησιολογικὸ λόγο, ὁ Ἀπόστολος Παύλος μᾶς εἰσάγει στὸ βαθύτερο νόημα τῆς ἑνότητας μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὴν ὁποία ὀνομάζει Σῶμα Χριστοῦ. Ὁ Ἀπόστολος Παύλος ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου καὶ γι’ αὐτὸ ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ ὀργανική μας ἔνταξη σὲ ἕνα ζωντανὸ Σῶμα, τοῦ ὁποίου κεφαλὴ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ πιστὸς ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν κοινότητα, μετατρέπεται σὲ μέλος νεκρό, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ ζωογόνο χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ σωτηρία μας κατορθώνεται μόνο μέσα στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας.

Στὸ πρῶτο μέρος τῆς περικοπῆς, ὁ ἀπόστολος Παῦλος περιγράφει πῶς ὁ Θεὸς διένειμε ποικίλα χαρίσματα μέσα στὴν Ἐκκλησία, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν λειτουργοῦν αὐτόνομα, ὅπως θεωροῦν πλανεμένα οἱ Προτεστάντες Πεντηκοστιανοί. Ἂν ὁ πιστὸς δὲν τρέφεται ἀπὸ τὴν κοινὴ πηγὴ τῆς Ζωῆς, ἐὰν δηλαδὴ δὲν εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία, τότε τὰ χαρίσματά του ἀτονοῦν, παρακμάζουν ἢ μετατρέπονται σὲ ὅπλα ἐγωϊσμοῦ, φιλαυτίας καὶ διχασμοῦ καί στό τέλος χάνονται.

Ἡ συχνὴ προσέλευση στὴ Θεία Εὐχαριστία δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα τυπικὸ θρησκευτικὸ καθῆκον ἢ μιὰ περιοδικὴ συνήθεια, ἀλλοῦ σφυρηλατεῖ, ἂς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση, τὴν πνευματικὴ ἑνότητα. Ἡ θεία Κοινωνία εἶναι ἡ ἀπόλυτη καὶ ζωτικὴ προϋπόθεση γιὰ νὰ παραμείνουμε ζωντανὰ καὶ ἐνεργὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν μεταλαμβάνουμε συχνὰ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ κυλᾶ στὶς δικές μας σωματικὲς καὶ πνευματικὲς ἀρτηρίες, ζωογονεῖ τὰ χαρίσματά μας καὶ μᾶς ἑνώνει ὀργανικὰ μὲ τὸν διπλανό μας, ἐξαφανίζοντας κάθε ἀπόσταση ἢ κοινωνκὴ διάκριση.

«Ὅπως ἀκριβῶς, λέγει ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ Χριστὸς μᾶς ἐνσωματώνει ὅλους στὸν ἑαυτό Του μέσα ἀπὸ τὴ μία καὶ μοναδικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Σώματός Του, ἔτσι καὶ τὸ ἕνα Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ βρίσκεται πάνω ἀπὸ ὅλα, μᾶς συνάζει ὅλους σὲ μία πνευματικὴ ἑνότητα» (Ἑρμηνεία εἰς τὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον).

Ἡ συχνὴ Θεία Κοινωνία γίνεται, ἑπομένως, τὸ γόνιμο πνευματικὸ ἔδαφος ὅπου τὸ χάρισμα τοῦ καθενός, εἴτε πρόκειται γιὰ τὴ διδασκαλία, εἴτε γιὰ τὴν ὁποιαδήποτε διακονία καὶ προσφορά, φωτίζεται, ἀναδεικνύεται καὶ τίθεται στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, μακριὰ ἀπὸ τὴν παγίδα τῆς ὑπερηφάνειας.

Ἀφοῦ λοιπὸν θεμελίωσε θεολογικὰ τὴν ἀνάγκη τῆς ἑνότητας τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ὁ Ἀπόστολος Παύλος συνεχίζει παρουσιάζοντας τὴν πιὸ τέλεια καὶ ὑπερβατικὴ ὁδό, τὸν ἐξακουστὸ Ὕμνο τῆς Ἀγάπης. Μᾶς δείχνει μὲ ἀπόλυτη σαφήνεια ὅτι ἂν τὰ χαρίσματά μας δὲν ἐμφοροῦνται ἀπὸ ἀγάπη, τότε σὲ τίποτε δὲν ὠφελοῦν. Ἀκόμη καὶ ἡ γνώση ὅλων τῶν μυστηρίων, ἡ γλωσσολαλιά ἢ ἡ πίστη ποὺ μετακινεῖ βουνὰ, ὅταν στεροῦνται τῆς ἀγάπης, στεροῦνται οὐσιαστικῆς πνευματικῆς ἀξίας καὶ εἶναι κενὰ περιεχομένου καὶ ἀνώφελα γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Ὁ Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ἐμβαθύνοντας στὴν πρακτικὴ καὶ καθημερινὴ πτυχὴ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία γεννιέται καὶ τρέφεται μέσα ἀπὸ τὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, τονίζει: «Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν ἁγία ἀγάπη δὲν κάνει διακρίσεις ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς ἀγαπᾶ ὅλους ἐξίσου... βλέπει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους σὰν νὰ ἦταν ἕνας καὶ μοναδικὸς ἄνθρωπος» (Κεφάλαια Περὶ Ἀγάπης, Ἑκατοντὰς Α΄, 71).

Αὐτὴ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ἕνα παροδικό, ἐπιφανειακὸ ἢ ἐγωιστικὸ συναίσθημα. Εἶναι ἡ πλήρης ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. Καὶ τοῦτο διότι ὁ κόσμος μᾶς ἔχει μάθει νὰ ἐνδιαφερόμαστε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν οἰκογένειά μας, ἀδιαφορώντας γιὰ τοὺς γύρω μας. Καὶ ὅταν ὁ Παύλος διακηρύσσει στὴν περικοπὴ ὅτι ἡ ἀγάπη «ὅλα τὰ ὑπομένει καὶ ποτέ δὲν ξεπέφτει», ἔρχεται ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει πὼς αὐτὴ ἡ ὑπομονὴ δὲν εἶναι παθητικὴ ἀδυναμία, ἀλλὰ ἡ ὕψιστη πνευματικὴ δύναμη ποὺ συνδέει τοὺς πιστοὺς, τόσο μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὸν Θεό: «Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ πλήρωμα ὅλων τῶν ἀρετῶν, καὶ αὐτὴ εἶναι ποὺ συνδέει τοὺς πιστοὺς τόσο μεταξύ τους ὅσο καὶ μὲ τὸν Θεό... Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, καὶ ὅποιος παραμένει ζωντανὸς μέσα στὴν ἀγάπη, παραμένει ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό» (Ὁμιλία ΝΣΤ΄, Περὶ τῆς πρὸς ἀλλήλους ἀγάπης).

Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ μυστικὴ ἑνότητα, τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ τὴν τέλεια προσφορὰ ἔρχονται νὰ ἐνσαρκώσουν καὶ νὰ ἐπιδείξουν μὲ τὸν βίο τους οἱ σήμερα ἑορταζόμενοι Ἅγιοι Ἀνάργυροι, Κοσμᾶς καὶ Δαμιανός, οἱ καταγόμενοι ἀπὸ τὴν Ἀσία.

Τὰ δύο αὐτὰ ἀδέλφια ἀνατράφηκαν μὲ βαθιὲς χριστιανικὲς ἀρχὲς ἀπὸ τὴν ἁγία μητέρα τους, τὴ Θεοδότη, ἡ ὁποία, μένοντας νωρίς χῆρα, ἀφιέρωσε ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τῆς στὴ διαπαιδαγώγησή τους. Προικισμένοι μὲ σπάνια εὐφυΐα καὶ σοφία, σπούδασαν τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἀλλὰ ποτὲ δὲν τὴν μετέτρεψαν σὲ πηγὴ πλούτου ἢ ἐκμετάλλευσης τοῦ ἀνθρώπινου πόνου. Ἔγιναν «Ἀνάργυροι», θεραπεύοντας δωρεὰν ἀνθρώπους καί ζῶα κι ἀφοῦ ἔζησαν μὲ ὑποδειγματικὴ ἀκτημοσύνη καὶ ἀσκητικότητα, κοιμήθηκαν ὁσίως καὶ εἰρηνικὰ στὴν πόλη Φερεμὰν τῆς Ἀσίας.

Ἂν παρατηρήσουμε προσεκτικὰ τὴν ἱερὴ εἰκόνα τους, θὰ τοὺς δοῦμε νὰ κρατοῦν σταθερὰ στὰ χέρια τους τὸ κουτάκι μὲ τὰ φάρμακα καὶ τὴν εἰδικὴ ἰατρικὴ λαβίδα. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα, ἀδελφοί μου, δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἱστορικὴ ἀναφορὰ στὸ ἐπίγειο ἐπάγγελμά τους. Εἶναι ἕνας ἐντυπωσιακὸς συνειρμός, ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ κατευθείαν στὴν Ἁγία Λαβίδα τῆς Θείας Κοινωνίας.

Ἡ λαβίδα τῶν Ἁγίων μετέφερε τὸ ὑλικὸ φάρμακο ποὺ ἀνακούφιζε πρόσκαιρα τὸ φθαρτὸ σῶμα ἀπὸ τὶς ἀσθένειες. Ἡ Λαβίδα ὅμως τῆς Ἐκκλησίας μεταφέρει τὸ «φάρμακο τῆς ἀθανασίας», τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ποὺ θεραπεύει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ χαρίζει τὴν αἰώνια ζωή! Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι κρατοῦν τὴ λαβίδα τους γὰρ νὰ μᾶς θυμίσουν ὅτι κάθε σωματικὴ θεραπεία παραμένει ἐλλιπής, ἂν δὲν καταλήξει στὴν πνευματικὴ θεραπεία ποὺ προσφέρει τὸ Ἅγιο Ποτήριο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀντὶ ἄλλης ὑλικῆς ἀμοιβῆς, ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς θεραπευμένους ἕνα καὶ μοναδικό πράγμα: νὰ πιστέψουν στὸν Χριστό, νὰ ἀνοίξουν τὸ στόμα καὶ τὴν καρδιά τους καὶ νὰ δεχθοῦν τὸ ἀληθινὸ Φάρμακο τῆς Ζωῆς, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον».

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ Νοεμβρίου μᾶς καλεῖ σὲ μιὰ βαθιά πνευματικὴ ἀφύπνιση γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα.

Ἂς ἀναλογιστοῦμε, ἄν ὄντως εἴμαστε ἐνεργὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπὸ τὴ συχνὴ καὶ ἐνσυνείδητη Θεία Μετάληψη.

Ἂς ζητήσουμε τὶς πρεσβείες τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων καὶ τῆς μητέρας τους Θεοδότης, ὥστε τρεφόμενοι μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἀναδείξουμε τὰ χαρίσματά μας στὴν ὑπηρεσία τῆς ἀγάπης, γιά νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς αἰώνιας καὶ ἀτελεύτητης Βασιλείας Του. Ἀμήν.

 

 

Εκτύπωση Email

ΚΗΡΥΓΜΑ: Κυριακή 25 Ὀκτωβρίου 2026 – (Γαλ. β΄ 16-20)

«Ὁ Χριστός μόνο μᾶς δικαιώνει καί ὄχι τά ἔργα μας»

Αγαπητοί αδελφοί,

Το σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (β΄ 16-20) μᾶς εἰσάγει σέ μιά βαθειὰ ἀλήθεια τῆς πνευματικῆς μας ὑποστάσεως. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν διακηρύσσει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται, δὲν ἁγιάζεται καὶ δὲν δικαιώνεται ἁπλῶς ἐπειδὴ τηρεῖ τυφλὰ κάποιους νομικοὺς κανόνες, κάποιους ἐξωτερικοὺς τύπους ἢ διατάξεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἑνώνεται ὑπαρξιακά, μέσῳ τῆς πίστεως, μὲ τὸν Ζωντανὸ Χριστό. Αὐτὴ ἡ ἀποστολικὴ ἀλήθεια ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο γιὰ νὰ ἀναλύσουμε σήμερα, μὲ πνευματικὴ εἰλικρίνεια, ἕνα θέμα ποὺ καίει τὶς καρδιές μας καὶ συχνὰ παρερμηνεύεται: τὴ σχέση τῆς νηστείας μὲ τὴ συχνὴ Θεία Κοινωνία.

Πολλὲς φορὲς καλούμαστε νὰ ἀπαντήσουμε στὴν ἐρώτηση: «δὲν νήστεψα, μπορῶ νὰ κοινωνήσω;» ἢ «πόσες μέρες πρέπει νὰ νηστέψω γιὰ νὰ κοινωνήσω;» ἢ ἀκοῦμε τὴ χειρότερη διαπίστωση: «νήστεψα καὶ θὰ πάω νὰ κοινωνήσω!» Ἐδῶ ἀκριβῶς κρύβεται ἡ μεγάλη πνευματικὴ παγίδα, ὁ «νόμος» γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει σήμερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ἂς τὸ ξεκαθαρίσουμε μὲ ἀπόλυτη θεολογικὴ καὶ κανονικὴ σαφήνεια: Δὲν ὑπάρχει κανένας ἱερὸς Κανόνας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, ποὺ νὰ ὁρίζει εἰδικὴ νηστεία πρίν ἀπό τή Θεία Κοινωνία, πλὴν τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, τῆς ἀπόλυτης δηλαδή ἀσιτείας ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα τῆς προηγούμενης ἡμέρας.

Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει θεσπίσει μὲ σοφία τὶς Τετάρτες, τὶς Παρασκευές καί τὶς μεγάλες Τεσσαρακοστές, ὡς συγκεκριμένες μέρες ἤ περιόδους νηστείας, τίς ὁποῖες ὁ Χριστιανὸς ὀφείλει νὰ τηρεῖ ἀπαρεγκλίτως στὴ ζωή του, εἴτε πρόκειται νὰ κοινωνήσει, εἴτε ὄχι. Καὶ ἂν τηρεῖ αὐτὲς τὶς νηστεῖες, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐφευρίσκει ἐπιπλέον ἡμέρες νηστείας γιὰ νὰ προσέλθει στὸ Ἅγιο Ποτήριο. Ἡ νηστεία δὲν εἶναι μιὰ ἔκτακτη «ἀγγαρεία» ποὺ τὴν κάνουμε ἐξαναγκαστικὰ ἐπειδὴ πλησιάζει ἡ μέρα τῆς Θείας Μεταλήψεως. Εἶναι ἕνα διαρκὲς πνευματικὸ ἀγώνισμα, ἕνας διαρκῆς τρόπος γιά νά χαλιναγωγήσουμε τά πάθη μας, στὸν καθημερινὸ ρυθμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

Ὅταν ὅμως μετατρέπουμε τήν νηστεία σὲ ἕνα τεχνητὸ «ἀντίτιμο» γιὰ νὰ «ἀγοράσουμε» τὸ δικαίωμα νὰ κοινωνήσουμε, τότε πέφτουμε στὸν Φαρισαϊσμὸ ποὺ καταδικάζει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δημιουργοῦμε τὴν ψευδαίσθηση, ὅτι μποροῦμε νὰ ζοῦμε ἄτακτα ὅλο τὸν χρόνο καὶ νὰ γινόμαστε «ἄξιοι» τοῦ Χριστοῦ ἐπειδὴ ἁπλῶς ἀλλάξαμε τὸ διαιτολόγιό μας γιὰ λίγες ἢ περισσότερες ἡμέρες.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὅμως, δὲν ἀλλοιώνεται μόνο τὸ βαθὺ θεολογικὸ νόημα τοῦ Μυστηρίου. Αὐτὴ ἡ λανθασμένη «εὐλάβεια» μετατρέπεται σὲ ἕνα πρώτης τάξεως ὅπλο στὰ χέρια τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τὴν ἴδια τὴ νηστεία γιὰ νὰ πετύχει τὸν ἀπώτερο σκοπό του, δηλαδή νὰ ἀποκόψει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία καὶ νὰ τὸν κρατήσει μακρυά ἀπὸ τὴ ζωοποιὸ Χάρη. Ὁ πονηρὸς δὲν φοβᾶται τὴ νηστεία, οὔτε τά ἄλλα πνευματικά ἀγωνίσματα, τά ὁποῖα τά ἐξυψώνει στά μάτια τοῦ κόσμου ὡς ἕνα ἀπαραίτητο θρησκευτικό ἀκτιβισμό, ἐπειδή τρέμει τὴ συχνὴ ἕνωση τοῦ πιστοῦ μὲ τὸν Χριστό καί γι’ αὐτό ἐπειχειρεῖ νά τήν ἐμποδίσει.

Μέσα λοιπόν ἀπό τὴν παρανόηση, ὅτι ἡ νηστεία συνδέεται μέ τη θεία Κοινωνία, φτάνουμε δυστυχῶς καὶ σὲ μιὰ μεγάλη λειτουργικὴ ἀλλοίωση: Πολλοὶ πιστοὶ ἐπιλέγουν νὰ προσέρχονται στὸ Ἅγιο Ποτήριο τὴν Πέμπτη ἢ τὸ Σάββατο, μὲ τὸ σκεπτικὸ ὅτι «νήστεψαν τὴν Τετάρτη ἢ τὴν Παρασκευή», καὶ ἀπέχουν προκλητικὰ τὴν Κυριακή!

Πρόκειται γιὰ ἕνα τεράστιο πνευματικὸ λάθος. Ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ἡ Κυριακή, εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἡ κατ' ἐξοχὴν ἡμέρα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ὅλοι οἱ πιστοί ὡς ἕνα Σῶμα, καλοῦνται νὰ συμμετάσχουν στὸ Κυριακὸ Δεσποτικὸ Δεῖπνο. Τὸ νὰ κοινωνοῦμε τὸ Σάββατο ἐπειδὴ νηστέψαμε τὴν Παρασκευὴ καὶ νὰ μένουμε ἁπλοὶ θεατὲς τὴν Κυριακή, δείχνει ὅτι ὑποτάσσουμε τὸ Μυστήριο στή διατροφή μας.

Ἄς γνωρίζουμε δέ, ὅτι οἱ ἱεροὶ Κανόνες ἀπαγορεύουν ρητὰ τὴν αὐστηρὴ νηστεία τὸ Σάββατο, πλήν μόνον τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Ἑπομένως, ἡ ἀπαίτηση νὰ νηστεύει κανεὶς τὸ Σάββατο γιὰ νὰ κοινωνήσει τὴν Κυριακὴ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἴδια τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη. Δυστυχῶς βέβαια ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιλέγουν νὰ κοινωνήσουν τὸ Σάββατο γιὰ «νὰ ἀποδεσμευτοῦν», ὥστε νὰ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ διασκεδάσουν τὸ Σαββατόβραδο, ἀποφεύγοντας τὴ μείζονα πνευματικὴ μέριμνα τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ τὴν Κυριακὴ πρωί.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐλέγχει μὲ δριμύτητα αὐτὴ τὴ νοοτροπία, λέγοντας: «Μὰ τὸ κριτήριο δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα ἢ ἡ νηστεία, ἀλλὰ ἡ καθαρότητα τῆς συνειδήσεως, ἡ μετάνοια καὶ ἡ συμμετοχὴ στὴν κοινὴ τράπεζα τῆς Ἐκκλησίας». (Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγος Γ΄, PG 48, 868).

Ἂν ἀνατρέξουμε στὴν πατερικὴ παράδοση, ὁ Μέγας Βασίλειος στήν ὑπ’ἀριθμ. 93 ἐπιστολή του πρός Καισαρία τήν Πατρικία, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς του κοινωνοῦσαν τέσσερις φορὲς τὴν ἑβδομάδα: Τετάρτη, Παρασκευὴ, Σάββατο καί Κυριακή. Δηλαδή κοινωνοῦσαν τὶς ἴδιες τὶς ἡμέρες τῆς γενικῆς νηστείας δηλαδή Τετάρτη καὶ Παρασκευή, χωρίς νὰ ἐφευρίσκουν ἐπιπλέον ἡμέρες προετοιμασίας, καθώς ἡ Τρίτη καί ἡ Πέμπτη δέν εἶναι ἡμέρες νηστείας. Τηροῦσαν τὴ θεσμοθετημένη νηστεία, ἀλλὰ καί προσέρχονταν ἀδιαλείπτως στὸ Ἅγιο Ποτήριο, διότι ἡ ζωή τους ἦταν μιὰ διαρκής ἑτοιμότητα μέσῳ τῆς μετανοίας.

Ὅπως διδάσκουν ὁ Ἅγιος Μακάριος Κορίνθου κι ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ ἔργο τους «Περὶ τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως», ἡ συχνὴ προσέλευση εἶναι ἐντολὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου (βλ. Ἰω. κεφ. 6ο). Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ Μυστήριο, λόγω λανθασμένων ἀνθρωπίνων ὑπολογισμῶν, στερεῖ ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὸ ἀπαραίτητο φάρμακο γιὰ τὰ πάθη της.

Φυσικά, ὅλα αὐτὰ δὲν σημαίνουν κατάργηση τῆς ἀσκήσεως ἢ τῆς πνευματικῆς προετοιμασίας. Ὁ Πνευματικὸς-Ἐξομολόγος ἔχει τὴν ποιμαντικὴ εὐθύνη νὰ ρυθμίζει τὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς ἐγκρατείας γιὰ τὸν κάθε πιστό, ἐνεργώντας ὡς ἰατρός, ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς πνευματικὲς ἀντοχὲς τῆς κάθε ψυχῆς καί σύμφωνα μέ τά ὅσα ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία καί ὄχι ὅπως νομίζει ἐκεῖνος.

Ὥστε λοιπόν, οἱ ἀληθινὲς προϋποθέσεις γιὰ τὴ συχνὴ Θεία Κοινωνία, ἐν συντομίᾳ εἶναι: Α) Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια καὶ ἡ καθαρὴ Ἐξομολόγηση, Β) Ἡ συντριβὴ τῆς καρδιᾶς μέ συνεχῆ πνευματικὸ ἀγῶνα καί Γ) Ἡ συγχωρητικότητα καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς ὅλους.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ὅταν ὁ πιστὸς ἀγωνίζεται νά ζεῖ ὅπως θέλει ὁ Θεός καί μέ ἱλαρή διάθεση ἐπιδίδεται στὰ ἀγωνίσματα τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς φιλανθρωπίας καὶ ἀποζητεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του, τότε ὄχι μόνο μπορεῖ, ἀλλὰ ἐπιβάλλεται νὰ προσέρχεται συχνὰ στὸ Ἅγιο Ποτήριο γιὰ νὰ λαμβάνει τὸν Χριστὸ μέσα Του καὶ νὰ ἐνισχύεται ἀπό Αὐτόν, γιά νά ζεῖ τὴ ζωή Του. Ἡ Θεία Κοινωνία δὲν εἶναι τὸ βραβεῖο τῶν ἀλάνθαστων, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν ὑπάρχουν, ἀλλὰ τὸ φάρμακο τῶν ἀσθενούντων.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κλείνει τὸ σημερινὸ ἀνάγνωσμα μὲ μία δυνατή φράση: «Δέν ζῶ πιά ἐγώ, ἀλλά μέσα μου ζεῖ ὁ Χριστός». Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας: νὰ πεθάνει ὁ ἐγωϊσμός μας καὶ νὰ ζήσει μέσα μας ὁ Χριστός. Γι' αὐτὸ ὀφείλουµε νὰ κοινωνοῦµε συχνά. Ἂς μὴν ἐπιτρέπουμε στὴν ψευδοευλάβεια νὰ γίνεται τὸ ὅπλο τοῦ ἐχθροῦ μας. Ὅταν ὁ ἱερέας ἐξέρχεται κρατώντας τὸ Ἅγιο Ποτήριο καί μᾶς καλεῖ νά προσέλθουμε, ἂς ἀναλογιζόμαστε τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ἡ δικαίωση δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὰ δικά μας τὰ ἔργα, ὅσο καλὰ κι ἂν εἶναι· ἡ δικαίωση ἔρχεται μόνο ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη στὸν Χριστό. Ἀμήν!

 

 

Εκτύπωση Email

ΚΗΡΥΓΜΑ Κυριακή 11 Ὀκτωβρίου 2026 –- (Κολ. δ΄ 5-11, 14-18)

«Τό ἀνοιχτό Βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας»

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου μᾶς μεταφέρει στὴν καρδιὰ τῆς καθημερινῆς πνευματικῆς μάχης, ποὺ καλεῖται νὰ δώσει κάθε πιστὸς μέσα στὴν κοινωνία.

Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, γράφοντας μέσα ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φυλακῆς μᾶς παραδίδει κανόνες πνευματικῆς συμπεριφορᾶς καὶ μᾶς δείχνει πῶς ἡ πίστη μεταμορφώνεται σὲ πράξη ζωῆς καί γι’ αὐτό ξεκινᾶ μὲ μιὰ προτροπή: «Ἐν σοφὶᾳ περιπατεῖτε πρὸς τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι». Ὡς «ἔξω» ἐννοοῦνται οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν γνωρίσει ἀκόμη τὸν Χριστὸ ἢ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία.

Ὁ Χριστιανὸς δὲν ζεῖ ἀπομονωμένος. Ἡ παρουσία μας μέσα στὸν κόσμο πρέπει νὰ ἐμπνέει τούς ἄλλους, χωρὶς νὰ ἀφήνουμε καμμία εὐκαιρία νὰ πάει χαμένη. Κάθε λεπτὸ τῆς ζωῆς μας εἶναι μιὰ εὐκαιρία γιὰ πνευματικὴ καρποφορία, γιὰ μιὰ καλὴ πράξη, γιὰ μιὰ μαρτυρία Χριστοῦ σὲ ἕναν κόσμο, ποὺ ἀναζητεῖ τήν ἀλήθεια. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν στίχο, ὑπογραμμίζει τὴ σημασία ποὺ ἔχει ἡ δική μας συμπεριφορὰ γιὰ τὴν προσέλκυση τῶν ἀνθρώπων στόν Χριστό: «Ὅταν βλέπουν τὴ δική σου σεμνότητα, τὴ δική σου πραότητα καὶ τὴν ἀγάπη σου, τότε θαυμάζουν καὶ τὴν πίστη σου. Γίνε, λοιπόν, φῶς γιὰ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι, ὥστε μέσα ἀπὸ τὴ δική σου ζωὴ νὰ δοξάζεται ὁ Θεός».(Ὁμιλία ΙΕ΄,Ὑπόμνημα εἰς τό Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον PG 57)

Στὴ συνέχεια, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει, ὅτι ὁ λόγος τοῦ πιστοῦ πρέπει νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ ἔχει οὐσία καὶ σοβαρότητα νὰ εἶναι εἰρηνικὸς καὶ γεμᾶτος κατανόηση καὶ νὰ λειτουργεῖ γιὰ αὐτὸν πού τὸν ἀκούει, ὅπως τὸ ἁλάτι, ποῦ νοστιμίζει τὸ φαγητὸ καὶ τὸ προστατεύει ἀπὸ τὴ σήψη.

Στὸ δεύτερο μέρος τοῦ ἀναγνώσματος, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει ὀνομαστικὰ τοὺς στενούς του συνεργάτες: τον Τυχικό, τὸν Ὀνήσιμο, τὸν Ἀρίσταρχο, τὸν Μᾶρκο, τὸν Ἰοῦστο. Μέσα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ὀνομαστικοὺς χαιρετισμοὺς ἀναδεικνύεται ἡ ἀξία τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας καὶ τῆς κοινῆς διακονίας.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἐνεργεῖ ἀπομονωμένος. Ἀναγνωρίζει, τιμᾶ, προβάλλει καὶ εὔχεται γιὰ τοὺς συνεργάτες του. Αὐτὴ ἡ πράξη τοῦ Παύλου ἀποτελεῖ τὸ διαχρονικὸ ὑπόδειγμα γιὰ τὴν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία καὶ βρίσκει τὴν ἀπόλυτη ἔκφρασή της στὴν Ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Θείας Λειτουργίας, στὴν Ἁγία Πρόθεση, ὁ Λειτουργός ἔχει τὴν ἱερὴ ὑποχρέωση νὰ ἐξάγει μερίδες ἀπὸ τὸ πρόσφορο, μνημονεύοντας ὀνομαστικὰ ὅλους ἐκείνους τοὺς «συνεργοὺς» ποὺ κοπιάζουν κοντά του: τοὺς ἄλλους Ἱερεῖς ἤ Διακόνους, τούς ἐπιτρόπους, τοὺς ἱεροψάλτες, τοὺς κατηχητές, τοὺς διακονητές καί τούς καθ’οἱονδήποτε τρόπο συντελοῦντες στήν εὐόδωση τοῦ ἱεροῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου. Καθώς αὐτὲς οἱ μερίδες τοποθετοῦνται πάνω στὸ Ἅγιο Δισκάριο, μπροστά ἀπὸ τὸν Ἀμνό, δηλαδὴ μποστά ἀπό τὸν ἴδιο τόν Χριστό, θυμόμαστε τόν Ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, νά λέει σχετικά, ὅτι: «Μέσα ἀπὸ τὶς μερίδες τῆς Προσκομιδῆς, ὁ πιστὸς εἶναι παρὼν καὶ ἑνώνεται μυστικὰ μὲ τὸν Θεό».(Ἑρμηνεία περί τοῦ θείου Ναοῦ, PG 155, 284-289).Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος συμπληρώνει τὴν ἀνάγκη αὐτῆς τῆς ἑνότητας γράφοντας: «Σπουδάζετε νὰ εἶστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Ἐπίσκοπο, τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς διακόνους... Νὰ εὔχεστε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, ὥστε ἡ διακονία σας νὰ εἶναι καρποφόρος, διότι ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας στηρίζει τοὺς ἐργάτες της».(Πρός Τραλλιανούς, PG 5,681-684)

Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴ λειτουργικὴ σύναξη, ἡ Ἐκκλησία παύει νὰ εἶναι ἕνας ἁπλὸς θεσμός. Μεταμορφώνεται, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, σὲ ἕνα σῶμα ὅπου «ὁ ἕνας ἔχει ἀνάγκη τὸν ἄλλον καὶ δὲν βαδίζουμε μόνοι μας πρὸς τὴ σωτηρία, ἀλλὰ κρατώντας ὁ ἕνας τὸ χέρι τοῦ ἄλλου»(Λόγος ΙΔ΄ (14ος): Πρός τούς πτωχούς καἰ περί φιλοπτωχίας,PG 35, 857-910).

Καθὼς ὁλοκληρώνει τὴν ἐπιστολή του, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ἕναν στίχο ποὺ συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τόν σήμερα ἑορταζόμενο εὐαγγελιστή Λουκᾶ: «ἀσπάζεται ὑμᾶς Λουκᾶς ὁ ἰατρὸς ὁ ἀγαπητός», λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἀκούσαμε τὸ συγκεκριμένο  ἀπόσπασμα.

Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς, γιατρὸς καὶ ζωγράφος ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ ἐνσάρκωσε τέλεια ὅλες τὶς προτροπὲς τοῦ σημερινοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Περπάτησε ἐν σοφίᾳ, θέτοντας τὴν κοσμική του μόρφωση καὶ τὴν ἰατρική του ἐπιστήμη στὴν ὑπηρεσία τοῦ Εὐαγγελίου. Ὑπῆρξε γιατρὸς τῶν σωμάτων ἀλλὰ διακρίθηκε ὡς ἰατρός τῶν ψυχῶν, συνοδεύοντας τὸν Παῦλο στὶς δύσκολες περιοδεῖες του καὶ μένοντας πιστὸς δίπλα του μέχρι τὸ τέλος, ὡς πιστὸς συνοδοιπόρος γι’ αὐτό καί τὸν ἀποκαλεῖ «ἀγαπητὸ» καὶ τὸν μνημονεύει πάντα μὲ εὐγνωμοσύνη. Ὡς συγγραφέας τοῦ τρίτου Εὐαγγελίου καὶ τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ὁ λόγος του ἦταν κατ’ ἐξοχὴν «ἐν χάριτι». Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ γιὰ ἐκεῖνον: «Ὁ Λουκᾶς κατέχει τη χάρη τῆς εὐγένειας καὶ τῆς γλυκύτητας τοῦ λόγου, διότι ὡς γιατρὸς ἤξερε πῶς νὰ θεραπεύει τὶς πληγωμένες καρδιὲς μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Χριστοῦ» (Περι ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, PL 23, 619-622).

Εἶναι τόσα πολλά αὐτά πού πρέπει νά ποῦμε γιά τόν εὐαγγελιστή Λουκᾶ, ἀλλά ὁ χρόνος μας δέν ἐπαρκεῖ. Γι’ αὐτό θά σταθοῦμε σέ μία λεπτομέρεια, πού οἱ περισσότεροι ἴσως ἀγνοοῦν, ἀλλά ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιά τήν πνευματική ζωή καί τη σωτηρία μας. Μελετώντας τὸ θεόπνευστο βιβλίο του, τὶς «Πράξεις τῶν Ἀποστόλων», θὰ παρατηρήσουμε ὅτι ὁ Λουκᾶς δὲν ἔχει βάλει ἐπίλογο, ὅπως γιά παράδειγμα στό Εὐαγγέλιό του κι ὅπως βλέπουμε καί στά ἅλλα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης νά ὑπάρχει ἐπίλογος καί νά ἐπισφραγίζται καί μέ τό «Ἀμήν». Ἡ συγγραφή σταματᾶ ἀπότομα, μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ κηρύττει στὴ Ρώμη. Κι αὐτὸ βέβαια δὲν ἔγινε ἀπὸ ἀμέλεια, οὔτε χάθηκε κάπου ὁ Ἐπίλογος. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἄφησε τὸ βιβλίο «ἀνοιχτό», διότι ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας δὲν σταμάτησαν στὸν 1ο αἰώνα, ἀλλὰ συνεχίζονται στὸ διηνεκές καί μέχρις ὅτου θέλημα Κυρίου ἐστί. Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων δὲν ἀποτελοῦν ἕνα μουσειακὸ κείμενο, ἀλλὰ μιὰ ζωντανὴ πραγματικότητα ποὺ γράφεται καθημερινὰ μέσα στοὺς αἰῶνες ἀπὸ τοὺς Μάρτυρες, τοὺς Ὁσίους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς δικές μας πράξεις. Κάθε πιστός, μέσα ἀπὸ τὴ μυστηριακὴ ζωή, τὸν «ἅλατι ἠρτυμένον» λόγο του καὶ τὴν καθημερινή του χριστιανικὴ μαρτυρία, συνδιαμορφώνει αὐτὴ τὴν ἱερὴ ἱστορία. Παράλληλα, ἡ δύναμη τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐξομολογήσεως μᾶς δίνει τὴν μοναδική δυνατότητα νὰ διαγράφουμε τὰ λάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες μας, διορθώνοντας τὴν προσωπική μας σελίδα στὸ αἰώνιο βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ συγγραφὴ θὰ συνεχίζεται ἀδιαλείπτως μέχρι τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς Κυρίαρχος τῆς Ἱστορίας, θὰ θέσει τὸν ὁριστικό ἐπίλογο μὲ τὸ δικό Του «Ἀμήν».

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ὅλα ὅσα μέχρι τώρα ἀκούσαμε μᾶς καλοῦν σὲ μιὰ βαθιὰ πνευματικὴ ἀφύπνιση. Ἂς γίνει ἡ καθημερινότητά μας μιὰ ζωντανὴ μαρτυρία Χριστοῦ, μιὰ χρυσῆ σελίδα στὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ καὶ Εὐαγγελιστῆ, νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βρεθοῦμε στὰ δεξιὰ τοῦ Κυρίου ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Ἀμήν!

 

Εκτύπωση Email

ΚΗΡΥΓΜΑ Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου 2026

«Βγεῖτε…Ξεχωρίστε…Ἀνεβεῖτε…»

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί, 

Ἀκούσαμε σήμερα τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ μᾶς παρουσιάζει ἕναν πνευματικὸ ὁδηγὸ, θυμίζοντάς μας ὅτι εἴμαστε «ναὸς Θεοῦ ζῶντος». Αὐτὸ δὲν εἶναι μιὰ δική του σκέψη, ἀλλὰ ὑπόσχεση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὸ Λευϊτικό (ΚΣΤ΄ 12) καὶ στὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ (ΛΖ΄ 27) ὁ Θεὸς διακηρύσσει: «Θὰ κατοικήσω καὶ θὰ περπατήσω ἀνάμεσά σας· θὰ εἶμαι ὁ Θεός σας κι ἐσεῖς ὁ λαός μου».

Ὁ Κύριος, λοιπόν, δὲν ζητεῖ πλέον λίθινα κτίρια, ἀλλὰ ἐπιθυμεῖ νὰ κατοικεῖ μέσα μας, μετατρέποντας τὴν καρδιά μας σε ζωντανὸ θυσιαστήριο. Αὐτὴ ἡ θεϊκὴ ἐνοίκηση μᾶς χαρίζει μιὰ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξιοπρέπεια. Ὅταν ὁ Βασιλιᾶς τοῦ σύμπαντος ἐπιλέγει ἐμᾶς γιὰ θρόνο Του, εἴμαστε πολύτιμοι. Αὐτὸ μᾶς λυτρώνει ἀπὸ ἀνασφάλειες, κατάθλιψη καὶ τὴν ἀνάγκη γιὰ συνεχῆ ἐπιβεβαίωση ἀπὸ τὸν κόσμο.

Αὐτὴ τὴ μεγάλη ἀλήθεια σφράγισε μὲ τὸν πιὸ ἐμβληματικὸ τρόπο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ὅταν πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά περισώσει τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού χανόταν ἀπό τίς αἱρέσεις, οἱ αἱρετικοὶ κατεῖχαν ὅλους τοὺς χριστιανικούς ἱερούς Ναοὺς, ἔχοντας ἀφήσει τοὺς Ὀρθοδόξους δίχως στέγη. Ἐκεῖνος τότε ἐκφράζοντας τήν ἀκλόνητη πίστη του στόν Χριστό, καθησύχασε τὸ χειμαζόμενο ποίμνιό του μὲ λόγια ποὺ ἠχοῦν αἰώνια: «Ἐκεῖνοι ἔχουν τοὺς οἴκους, ἀλλὰ ἐμεῖς ἔχουμε τὸν Ἔνοικο», δηλαδή ἐκεῖνοι ἔχουν τά λίθινα κτίρια, ὁ Χριστός ὅμως κατοικεῖ μέσα μας.

Αὐτή ἡ μεγάλη ἀλήθεια ἀποτελεῖ καί τήν ἀσφαλιστικὴ δικλεῖδα ἀπέναντι στὴ σύγχρονη νοοτροπία τοῦ κόσμου, πού ἰσχυρίζεται ὅτι «τὸ σῶμα μου μοῦ ἀνήκει», κάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κατάχρηση καὶ τὴν αὐτοκαταστροφή. Γιὰ τὸν πιστό, τὸ σῶμα καὶ ὁ νοῦς εἶναι τὰ τείχη ἑνὸς ναοῦ. Ὅταν μιὰ κακὴ σκέψη ἢ μιὰ ἁμαρτωλὴ πράξη μᾶς πλησιάζει, ὀφείλουμε νὰ ἀναρωτηθοῦμε: «Χωράει αὐτὸ μέσα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ; Μήπως βεβηλώνω τὸ κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;» Αὐτὸ εἶναι τὸ ἰσχυρότερο κίνητρο γιὰ πνευματικὸ ἀγῶνα: ὄχι ἀπό ἐνοχή, ἀλλὰ ἀπό σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ, ὁ Ὁποῖος μᾶς τιμᾶ κάι μᾶς ἀγαπᾶ τόσο πολύ

Στὴ συνέχεια, ὁ ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ τρεῖς αὐστηρὲς ἐντολὲς ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠσαΐα (ΝΒ΄ 11): «Ἐξέλθετε... Ξεχωρίστε τοὺς ἑαυτούς σας... μὴν ἀγγίζετε τίποτα τὸ πνευματικὰ ἀκάθαρτο». Στὴν ἐποχή του, ὁ Προφήτης καλοῦσε σε ὑλικὴ ἔξοδο ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῆς Βαβυλώνας. Ὁ Παῦλος, ὅμως, δίνει σὲ αὐτὲς τὶς φράσεις βαθύ, πνευματικὸ νόημα.

Μὲ τὸ «Ἐξέλθετε» δὲν μᾶς ζητᾶ νὰ ἐγκαταλείψουμε τὸν κόσμο ὑλικά, ἀλλὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ κοσμικὴ νοοτροπία. 

Μὲ τὸ «Ξεχωρίστε τοὺς ἑαυτούς σας» ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ Χριστιανὸς δὲν πρέπει νὰ ἀφομοιώνεται ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἀλλά ὀφείλει νὰ ἔχει ἄλλη ποιότητα ζωῆς, ἀνώτερες ἀξίες καὶ διαφορετικὴ συμπεριφορά. 

Τέλος, τὸ «μὴν ἀγγίζετε τίποτα τὸ πνευματικὰ ἀκάθαρτο» σημαίνει νὰ ἀπέχουμε ἀπὸ ὅ,τι λερώνει τὴν ψυχή, δηλαδή ὁ ἐγωισμός, ἡ φιλαργυρία, ἡ ἐκμετάλλευση τοῦ πλησίον κλπ.

Ἂν τολμήσουμε λοιπὸν νὰ πραγματώσουμε αὐτές τίς ἐντολές καί ξεχωρίσουμε ἀπὸ τὴν κοσμικὴ νοοτροπία, ὁ Κύριος ὑπόσχεται, ὅτι θὰ γίνει Πατέρας μας κι ἐμεῖς παιδιά Του, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Παῦλος λαμβάνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὴν διάσημη προφητεία τοῦ Νάθαν γιὰ τὸν βασιλιᾶ Δαβίδ, ὅτι, ὀ Θεὸς θὰ εἶναι γι' αὐτὸν πατέρας, κι αὐτὸς θὰ εἶναι γιὰ τὸν Θεὸ γιός του (βλ. Β΄ Βασιλειῶν Ζ΄14). 

Δὲν εἴμαστε ἁπλῶς ὀπαδοὶ μιᾶς θρησκείας ἢ μέλη κάποιου ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Θεοῦ. Ἔχοντας αὐτὲς τὶς σπουδαῖες ὑποσχέσεις, ὁ Ἀπόστολος κλείνει μὲ μιὰ πρακτικὴ προτροπή: «Ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μολυσμὸ τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος», ἐννοώντας σαφῶς τὸν ἀγῶνα, ποῦ ἀφορᾶ τόσο στὶς ἐξωτερικές μας πράξεις ὅσο καὶ στὶς ἐσωτερικές μας σκέψεις, ὥστε νὰ φτάσουμε στὴν ἁγιότητα μὲ σεβασμὸ πρὸς τὸν Θεό. 

Ἐπιχειρῶντας νὰ δοῦμε μὲ πρακτικὸ τρόπο τὸ πῶς μεταφράζεται σήμερα αὐτὸ τὸ «ξεχωρίστε» στὴν καθημερινή μας ζωή, ἔρχεται ἀβίαστα στὸ μυαλὸ μᾶς ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ ἀπὸ τὴν πρὸς Διόγνητον ἐπιστολή, ἕνα παλαιοχριστιανικὸ κείμενο, πού λέει: «Οἱ Χριστιανοὶ δὲν διαφέρουν ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους οὔτε στὴν πατρίδα, οὔτε στὴ γλῶσσα. Δὲν κατοικοῦν σὲ δικές τους ξεχωριστὲς πόλεις... Κατοικοῦν στὶς δικές τους πατρίδες, ἀλλὰ σὰν ξένοι. Συμμετέχουν σὲ ὅλα ὡς πολῖτες, ἀλλὰ ὑπομένουν τὰ πάντα σὰν φιλοξενούμενοι». 

Ἀντιλαμβανόμαστε λοιπὸν ὅτι ὁ Χριστιανὸς ξεχωρίζει μέσα στὴν κοινωνία μὲ συγκεκριμένους, πρακτικοὺς τρόπους, ἐρχόμενος σὲ πλήρη ὅμως ἀντίθεση μὲ τὴν κοσμικὴ νοοτροπία. Ὁ κόσμος γιὰ παράδειγμα λέει νὰ συμπεριφέρεσαι στόν ἄλλο, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνος σέ ἐσένα, πλήγωσε αὐτὸν ποὺ σὲ πλήγωσε, κράτα κακία κλπ. Ὁ Χριστὸς ὅμως μᾶς προτρέπει, ὅταν ἀδικούμαστε ἢ ὅταν μᾶς συμπριφέρονται ἄσχημα ἢ μᾶς προσβάλλουν νὰ ἐπιλέγουμε τὴ συγχώρηση καί κυρίως ἐμεῖς νά συμπεριφερόμαστε μέ τόν καλύτερο τρόπο στούς ἄλλους ἀνεξάρτητα ἀπό τη δική τους συμπεριφορά πρός ἐμᾶς. Ὁ Χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνταποδίδει τὸ κακό, δὲν κουτσομπολεύει πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τοῦ ἄλλου καὶ προσπαθεῖ νὰ εἰρηνεύει, ἀκόμη καὶ ὅταν οἱ γύρω του φωνάζουν.

Ἐπίσης, ἐνῶ ὁ κόσμος θεοποιεῖ τὴν κατανάλωση, τὴν προβολὴ στὰ μέσα κοινωνικής δικτύωσης καὶ τὴν ανάγκη επίδειξης, ὁ Χριστιανὸς ζεῖ μὲ ἐγκράτεια καὶ ἁπλότητα. Ξεχωρίζει ἐπειδὴ τὸ πορτοφόλι του εἶναι ἀνοιχτὸ γιὰ τὸν φτωχό, δὲν ζηλεύει τὴν ἐπιτυχία τοῦ πλησίον καὶ ἀντλεῖ τὴν ἀξία του ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του. Μάλιστα, ὅταν προσφέρει ἢ δανείζει ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ «ξεχνᾶ» –ὅπως θὰ ἀκούσουμε σὺν Θεῷ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Κύριο– προσδοκῶντας μόνο τὴ θεία ἀνταπόδοση.

Τέλος, ἐνῶ ἡ κοσμικὴ νοοτροπία χρησιμοποιεῖ τὸ ψέμα, τὴ διαβολή, τὴ χυδαιολογία καὶ τὴν εἰρωνεία, ὁ λόγος τοῦ πιστοῦ ὀφείλει νὰ εἶναι ἔντιμος, σταθερὸς καὶ καθαρός. Ὁ Χριστιανὸς δὲν συμμετέχει σὲ συζητήσεις ποὺ καταστρέφουν ὑπολήψεις. Στὸ σπίτι, στήν ἐργασία, στὴ γειτονιὰ, στὸ διαδίκτυο μιλάει μὲ εὐγένεια, ἀλήθεια καὶ σεβασμό, προστατεύοντας τὸν ἀπόντα καὶ διατηρώντας τὴν ἀξιοπρέπειά του στὸ ὕψος ποὺ τὸν ἀνέβασε ὁ Χριστός.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί, 

Αὐτὴ ἡ ξεχωριστή, ἁγιασμένη ζωὴ τῶν Χριστιανῶν δὲν εἶναι μιὰ ἁπλῆ ἠθικὴ προσπάθεια, ἀλλὰ μιὰ συνεχὴς ἀνοδικὴ πορεία. Χθές, 26 Σεπτεμβρίου, ἡ Ἐκκλησία μας τίμησε τὴ Μετάσταση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως (βλ. δ΄1) βλέπει μιὰ πόρτα ἀνοιχτὴ στὸν οὐρανὸ καὶ ἀκούει τόν Ἴδιο τόν Χριστό, νὰ τόν προσκαλεῖ: «Ἀνάβα ὧδε» – Ἀνέβα ἐδῶ πάνω!

Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ «Ἀνάβα ὧδε» ἀντηχεῖ σήμερα στὶς καρδιὲς ὅλων μας, ὡς συνέχεια τῆς χθεσινῆς ἑορτῆς. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ζητᾶ νὰ «βγοῦμε» ἀπὸ τὴν κοσμικὴ νοοτροπία, ὁ Χριστὸς μᾶς δείχνει ποῦ πρέπει νὰ πᾶμε: Μᾶς καλεῖ νὰ «ἀνέβουμε» ψηλότερα, πάνω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς κακίας καὶ τοῦ ἐφήμερου συμφέροντος τοῦ κόσμου. Μᾶς καλεῖ νὰ κοιτάξουμε τὸν οὐρανὸ καὶ νὰ ζήσουμε ὡς ἀληθινοί ἔμψυχοι ναοὶ τοῦ Θεοῦ, μὲ τὶς ἀξίες τῆς Βασιλείας Του. Ἀμήν

 

 

Εκτύπωση Email

ΑΓΙΟΛΟΓΙΟΝ

η ημέρα, η εβδομάδα του έτους

Άυριο
γιορτάζουν:

Πηγή: Λογισμικό "Σήμερα"

ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Σήμερα:

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δευ Τρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30