
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Ἔμπλεοι ἱερᾶς συγκινήσεως, εἰσερχόμεθα καί ἐφέτος, Θείᾳ εὐδοκίᾳ, εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εἰς τό στάδιον τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, τόν καιρόν τῆς νηστείας καί τῆς μετανοίας, τῆς ταπεινώσεως καί τῆς προσευχῆς, τῆς πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως καί τῆς φιλαδελφίας, μέ τά ὄμματα τῆς καρδίας ἐστραμμένα πρός τόν ζωηφόρον Σταυρόν τοῦ Κυρίου, τόν ὁδηγοῦντα πάντας ἡμᾶς πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τό διανοῖγον τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων τάς πύλας τοῦ Παραδείσου.
Ἡ ἀρχομένη εὐλογημένη περίοδος εἶναι εὐκαιρία διά νά συνειδητοποιήσωμεν ἐκ νέου τήν ἀλήθειαν τῆς κατά Χριστόν ἀσκήσεως καί τήν ἄρρηκτον σύνδεσίν της μέ τήν εὐχαριστιακήν πραγμάτωσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις καί διαστάσεις της καταυγάζεται ἀπό τό φῶς καί τήν χαράν τῆς Ἀναστάσεως. Τό πνεῦμα τοῦ ἀσκητισμοῦ οὐδόλως ἀποτελεῖ παρείσακτον στοιχεῖον εἰς τόν Χριστιανισμόν, οὔτε εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιρροῆς ἐξωεκκλησιαστικῶν δυαλιστικῶν ἰδεολογημάτων. Ἄσκησις εἶναι μία ἄλλη λέξις διά τόν χαρακτηρισμόν τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως, συνδέουσα αὐτήν μέ τήν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τήν Θείαν πρόνοιαν, μέ τήν ἀνεξάντλητον πνευματικήν εὐφροσύνην τῆς ἀφιερωμένης εἰς τόν Χριστόν ζωῆς, μέ τήν αὐθυπέρβασιν καί τήν αὐτοπροσφοράν, τήν φιλάνθρωπον ἀγάπην, τόν σεβασμόν πρός τήν κτίσιν πᾶσαν.
Ἡ ἄσκησις δέν εἶναι ὑπόθεσις αὐτοβούλων ἐπιλογῶν καί ὑποκειμενικῶν ἰδιαιτεροτήτων, ἀλλά ὑποταγή εἰς τόν κανόνα καί τήν «καθολικήν πεῖραν» τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ, ὡς ἔχει λεχθῆ, «ἐκκλησιαστικόν», ὄχι «ἀτομικόν», γεγονός. Ἡ ἐν Ἐκκλησίᾳ ζωή εἶναι ἀδιαίρετος. Μετάνοια, προσευχή, ταπεινοφροσύνη, συγχωρητικότης, νηστεία, ἔργα εὐποιΐας, εἶναι ἀλληλένδετα καί ἀλληλοπεριχωρούμενα. Δέν ὑπάρχει εἰς τήν Ὀρθόδοξον παράδοσιν ἄσκησις ὡς αὐτοσκοπός, ἡ ὁποία πάντοτε ὁδηγεῖ εἰς ὑπερεκτίμησιν τῆς ἀτομικῆς προσπαθείας καί τροφοδοτεῖ τάσεις αὐτοδικαιώσεως. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος διά τήν βίωσιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς τόπου καί τρόπου ἀποκαλύψεως τῶν δωρεῶν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, πάντοτε ὡς πρόγευσις τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὡς τοῦ ἀκρογωνιαίου λίθου τῆς πίστεως ἡμῶν καί τοῦ ὁλοφώτου ὁρίζοντος τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος». Θεοκινήτως ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ κατά τό Σάββατον τῆς Τυροφάγου τήν πανίερον μνήμην τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀρωγοί καί συνοδοιπόροι τῶν πιστῶν εἰς τόν δόλιχον τῆς ἀσκήσεως. Εἰς τό στάδιον τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων ἔχομεν εὐδοκοῦντα τόν ἐν Τριάδι Θεόν, σκέπην τήν Παναγίαν Θεομήτορα καί Μητέρα πάν-των ἡμῶν, καί πρεσβευτάς τούς Ἁγίους καί τούς μάρτυρας τῆς πίστεως.
Ὁ ὑγιής χριστιανικός ἀσκητισμός εἶναι συμμετοχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ὡς πνευματικῆς, ψυχικῆς καί σωματικῆς ἑνότητος, εἰς τήν ἐν Χριστῷ ζωήν, ἄνευ ὑποτιμήσεως τῆς ὕλης καί τοῦ σώματος καί ἄνευ μανιχαϊζούσης συρρικνώσεως τῆς πνευματικότητος. Ὡς ἔχει γραφῆ, ἡ χριστιανική ἄσκησις εἶναι ἐν τέλει «ἀγώνας ὄχι κατά ἀλλά ὑπέρ τοῦ σώματος», συμφώνως καί πρός τό τοῦ Γεροντικοῦ: «Ἡμεῖς οὐκ ἐδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι».
Ἀτυχῶς καί ἀστόχως, ὁ χριστιανικός ἀσκητισμός ἐχαρακτηρίσθη ἀπό συγχρόνους διανοητάς ὡς ἄρνησις τῆς χαρᾶς τῆς ζωῆς καί ὡς περιστολή τῆς ἀνθρωπίνης δημιουργικότητος. Οὐδέν ἀναληθέστερον τούτου! Ἡ ἄσκησις, ὡς ἀπαλλαγή ἀπό τό ἔχειν καί τήν προσκόλλησιν εἰς τήν κατοχήν πραγμάτων καί, κατ᾿ ἐξοχήν, ὡς ἀπελευθέρωσις ἀπό τό ἐγώ, ἀπό τό «ζητεῖν τά ἑαυτοῦ», ἀπό τό «ἔχειν τοῦ εἶναι μας», εἶναι πηγή καί ἔκφρασις γνησίας ἐλευθερίας. Τί ἀληθέστερον ἀπό τήν ἔξοδον ἐκ τῆς εἱρκτῆς τοῦ «ἀτομικοῦ δικαιώματος» καί ἀπό τήν ἀνοικτοσύνην καί τήν ἀγάπην πρός τόν συνάνθρωπον, ἀπό τήν ἐσωτερικήν «καλήν ἀλλοίωσιν» καί τήν σταθερότητα εἰς τήν ἐφαρμογήν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ; Τί δημιουργικώτερον τῆς νηστείας, ὅταν αὐτή εἶναι ὁλιστική στάσις ζωῆς καί ἐκφράζῃ τό ἀσκητικόν καί εὐχαριστιακόν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν εἶναι «κοινόν ἄθλημα» καί ὄχι ἀτομικόν ἀγώνισμα; Τί ὑπαρξιακῶς συγκλονιστικώτερον ἀπό τήν μετάνοιαν, τήν ἐσωτερικήν μεταστροφήν, ὡς ζωτικήν κατεύθυνσιν πρός τήν ἀλήθειαν, τήν ἐκ νέου ἀνακάλυψιν τῆς δυνάμεως τῆς Θείας Χάριτος, τοῦ βάθους τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί τῆς ἐλπίδος ζωῆς αἰωνίου; Εἶναι ἐντυπωσιακόν τό γεγονός ὅτι, ὅταν ἀντικατεστάθη ὁ πρωτοχριστιανικός χαρακτήρ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὡς περιόδου προετοιμασίας διά τό Ἅγιον Βάπτισμα εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Ἀναστάσεως, ἀπό τό «ἦθος τῆς μετανοίας», παρέμεινεν ἡ βίωσις αὐτῆς ὡς «δευτέρου βαπτίσματος». Διά τόν λόγον αὐτόν, ἡ περίοδος τῆς νηστείας καί τῆς μετανοίας δέν εἶναι σκυθρωπή. Ἡ ὑμνολογία μας ὁμιλεῖ διά τό «ἔαρ τῆς νηστείας» καί ἡ Θεολογία ἀποκαλεῖ τήν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν «πνευματικήν ἄνοιξιν» καί «περίοδον χαρᾶς καί φωτός». Ὅλα αὐτά ἀποκτοῦν ἰδιαιτέραν ἐπικαιρότητα καί ἀξίαν ἐνώπιον τῆς συγχρόνου ἀνθρωπολογικῆς συγχύσεως καί τῶν, πολιτισμικῆς προελεύσεως, νέων ἀλλοτριώσεων.
Μέ αὐτά τά αἰσθήματα καί τάς σκέψεις, ὑπενθυμίζοντες τοῖς ἐν ἁπάσῃ τῇ δεσποτείᾳ Κυρίου τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ὅτι, κατά τήν ἡμέραν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου θά κορυφωθοῦν οἱ ἑορτασμοί ἐπί τῇ συμπληρώσει 1400 ἐτῶν ἀπό τοῦ ἔτους 626, ὅτε, πρός ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης πρός τήν Θεοτόκον διά τήν διάσωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό ἐπικίνδυνον πολιορκίαν, ἐψάλη «ὀρθοστάδην» εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῶν Βλαχερνῶν ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, εὐχόμεθα πρός πάντας ὑμᾶς εὔδρομον τό στάδιον τῆς νηστείας, ἐν ἀσκήσει καί ὑπομονῇ, ἐν εὐχαριστίᾳ καί δοξολογίᾳ. Εἴθε, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ καί ἁγιαζόμενοι ἐν Κυρίῳ, νά βαδίσωμεν τήν ὁδόν πρός τήν πεπληρωμένην χαράν τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως Αὐτοῦ.
Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ͵βκςʹ
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν
Εκτύπωση
Email

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΣΑΜΟΥ ΚΑΙ ΙΚΑΡΙΑΣ
κ. κ. ΕΥΣΕΒΙΟΥ
ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗι ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ
Ἀγαπητά μου παιδιά,
Στὴν ἀκολουθία τῆς Τελέσεως τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ ἀκοῦμε τὸν προφήτη Ἠσαΐα 800 χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ νὰ λέγει μία συγκλονιστικὴ προφητεία «Ἐφράνθητι ἔρημος ἡ διψῶσα». Λαμβάνοντας ἀφορμή ἀπό τήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, ἀναφέρεται στὸ γεγονὸς τῆς βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας στὸν Ἰορδάνη ποταμό καί συμβολικά ὁμιλεῖ γιά τήν πνευματικὴ σημασία τῆς βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας ἐκείνη τὴν ἡμέρα στὸν Ἰορδάνη, ἀλλὰ καὶ τοῦ βαπτίσματος μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐφράνθητι λοιπόν ἔρημος ἡ διψῶσα.
Ἔρημος εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου, γιατί ξεράθηκε ἀφοῦ ἔχασε τὴ ζωοποιὸ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ τὴ στιγμή ποὺ ὁ κάθε ἄνθρωπος ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅσο κι ἂν μέσα στὸν ἐγωισμό του πιστεύει ὅτι εἶναι καλά, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κανέναν, παρ᾿ ὅλα ταῦτα βιώνει τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ξηρασίας μέσα στὴν ψυχὴ καὶ στὴν καρδιὰ του. Συνέπειες τὶς ὁποῖες, ἂν ἀνοίξουμε λιγάκι τὰ μάτια μας, θὰ τὶς δοῦμε νὰ ὑπάρχουν ὄχι μόνον μέσα στὴν καρδιὰ μας, ἀλλὰ καὶ μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, τὸν ὁποῖον ζοῦμε, τὸν κόσμο ὁ ὁποῖος μᾶς περιβάλλει.
Οἱ ἀδικίες, ἡ πείνα, οἱ πόλεμοι, τὰ μῖση, ἡ Βία, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα κυριαρκοῦν στὸν κόσμο, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκδηλώσεις αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ξηρασίας· καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι δυνατόν μόνος του νὰ βρεῖ λύτρωση, ἀφοῦ εἶναι ἀσθενής, ἀφοῦ ὁ ἴδιος βρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν. Καὶ βλέπετε ὅτι ἐπαληθεύεται ὁ λόγος τοῦ Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος μὲ πολλὴ σοφία, ἀπὸ τὴ δική του ἐμπειρία τῆς ζωῆς, ἔλεγε: «ὁ ἄνθρωπος, ἔστω καὶ μία ὥρα ἂν ζήσει σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, ἀποκλείεται νὰ μείνει ἀναμάρτητος». Κάτι θὰ κάνει, κάτι θὰ ἁμαρτήσει, ἀφοῦ μέσα στὴν καρδιὰ του ἔχει ζωντανὴ αὐτὴν τὴν ἀσθένεια τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν του.
Καὶ ἔρχεται ὁ Θεός. Ἔρχεται νὰ ξαναδώσει ζωή στὴν ἔρημο τῶν ἀνθρώπων· ἔρχεται νὰ δώσει ζωή καὶ νέα πνοή· καὶ ἔρχεται ὄχι μόνον νὰ δώσει ζωή, ἀλλὰ καὶ νέα καρποφορία· καὶ ἔρχεται νὰ βρεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν, γιὰ νὰ τοὺς δώσει ζωή· καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ μυστικὸ αὐτῆς τῆς ἑορτῆς.
Ἁγιάζουμε σήμερα τὰ ὕδατα, γιατί ὁ Κύριος χρησιμοποίησε τὸ νερὸ γιὰ τὸ βάπτισμά μας, ὥστε αὐτὸ νὰ ἀποτελέσει τὸ λουτρὸ τῆς σωτηρίας μας, ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ καθαριστοῦμε ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ νὰ λάβουμε καὶ πάλι μέσα στὴν ὕπαρξή μας τὰ πνευματικὰ ὅπλα· νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν Χριστό· νὰ ἐνδυθοῦμε τὴν υἱοθεσία τῆς Χάριτος· νὰ λάβουμε τὸν Ἀρραβῶνα τῆς Μέλλουσας Βασιλείας· νὰ ἀνοιχθεῖ καὶ δι᾿ ἡμᾶς ἡ θύρα καὶ ἡ πύλη τοῦ παραδείσου· καὶ ἔρχεται ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς πεῖ ὅτι σήμερα εὐλογοῦμε ξανά τὰ ὕδατα, γιατί εἶναι ἡ ἡμέρα ποὺ θυμόμαστε ὅλοι τὴν ὥρα τῆς βαπτίσεώς μας, τὴν ὥρα ποὺ δώσαμε ὑποσχέσεις μπροστὰ στὸν Χριστό, ὅτι θὰ ἀποδυθούμε τὴν ἁμαρτία καὶ ὅτι θὰ ἀκολουθήσουμε Αὐτόν, ποὺ Τὸν ὁμολογήσαμε Σωτῆρα καὶ Λυτρωτὴ τῆς ζωῆς μας.
Εὐλογοῦμε σήμερα τὰ ὕδατα, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας συστήνει τὸν ἑαυτό Του ὡς πηγὴ ὕδατος ζῶντος στὴ Σαμαρείτιδα, καὶ πῶς τὸ νερό ποὺ Ἐκεῖνος δίδει ξεδιψᾷ μιά γιὰ πάντα τὴ δίψα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸν μεταποιεῖ σέ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.
Εὐλογοῦμε σήμερα τὰ ὕδατα, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Κύριος κατέβη στὰ Ἰορδάνια νάματα, «ἵνα τὴν τῶν ὑδάτων φύσιν ἀγιάσῃ ὁ Ἀναμάρτητος, ὁδοποιήσας ἡμῖν τὴν δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος ἀναγέννησιν, καὶ πρὸς τὴν πρώτην ἡμᾶς ἀποκαταστήσῃ ἐλευθερίαν».
Εὐλογοῦμε τὰ ὕδατα, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας πρὸς τὸν Νικόδημον: «ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». (Ἰωάν. γ΄, 5)
Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ ἔρχεται κατὰ τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματός μας καὶ μπολιαζόμαστε μὲ τὰ χαρίσματά Του, τὰ ὁποῖα στὴ βιβλικὴ παράδοση παρουσιάζονται ὡς σοφία καὶ σύνεσις, γνώσις καὶ εὐσέβεια, φόβος Θεοῦ καὶ χαρά, εἰρήνη καὶ δικαιοσύνη, χρηστότης καὶ ἀγαθωσύνη, πίστις, ἐλπίδα καὶ ἀγάπη· καὶ καλούμαστε μὲ τὴν ἐλεύθερη βούληση νὰ τὰ ἀναδείξουμε, συνεργοῦντες τῷ ἔργῳ τῆς χάριτος.
Εὐλογοῦμε τὰ ὕδατα καὶ λαμβάνομε τὸν Ἁγιασμό, ποὺ κρατιέται χρόνια φρέσκος, καθαρὸς καὶ ἀγιάζει τὰ σπίτια μας, καὶ δίδει πνευματικὴ δύναμη, καὶ ἀγιάζει τὶς ψυχές μας.
Ἀγαπητά μου παιδιά,
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς μᾶς λέγει καὶ διδάσκει ὅτι ὁ Χριστὸς ἐβαπτίσθη, γιὰ νὰ καθαρίσει ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, νὰ συντρίψει τὴ δύναμη τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τους. Νὰ ἀγιάσει τὸν Βαπτιστή, ἀφοῦ δὲν ἠγίασε ὁ Πρόδρομος τὸν Χριστόν, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τὸν Πρόδρομον, ὅταν ὁ τελευταῖος ἔβαλε τὸ χέρι του ἐπάνω στὸ κεφάλι τοῦ Χριστοῦ· Νὰ τηρήσει τὸν νόμο· Νὰ ἀποκαλύψει τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ τὴν ὥρα ἐκείνη ἔχομε τὴ φανέρωσή Της· Νὰ πλύνει τὴν ἁμαρτία· Νὰ θάψει τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μέσα στὸ νερό. Νὰ γίνει τὸ πρότυπό μας. Νὰ μᾶς ὑποδείξει δηλαδή ὅτι πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ βαπτιζόμαστε, βάπτισμα ὅμως μὲ νερὸ καὶ Πνεῦμα Ἅγιον. Νὰ ἀνανεώσουμε τὴν σχέση μας μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του· καὶ νὰ καλλιεργήσουμε τὴν χάρη Του, τὴν χάρη ποὺ λάβαμε, καὶ νὰ γίνουμε φωτοφόροι.
Μετά τῆς ἐν Χριστῷ ἐπιφανέντι ἀγάπης
Ὁ Ἐπίσκοπός σας
+ Ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας ΕΥΣΕΒΙΟΣ
Εκτύπωση
Email