
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἀκούσαμε σήμερα τὸν Κύριο νὰ μᾶς καλεῖ μέσα ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, νὰ ἀναλογιστοῦμε τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τὴν ὁποία παρομοιάζει μὲ ἕνα μεγαλειῶδες, βασιλικὸ δεῖπνο γάμων. Τὸ Δεῖπνο αὐτὸ δὲν ἀνήκει στὸ παρελθόν, οὔτε ἀφορᾶ μόνο στὸ μακρινὸ μέλλον. Εἶναι ἡ εἰς τοὺς αἰῶνας ἐκτεινομένη ἐπιτέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου μέσα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς θυσιάζεται καὶ διὰ τοῦ ἱερουργοῦ προσφέρει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του «ὑπέρ της τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Ἡ φωνὴ τοῦ Βασιλέως τῆς Παραβολῆς ἀντηχεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες: «Ἐλᾶτε, ὅλα εἶναι ἔτοιμα», προετοιμασμένα ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του καὶ δωρεὰν προσφερόμενα σὲ ὅλους.
Ὡστόσο, ἡ παραβολὴ ξεδιπλώνει μπροστά μας τὴν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Ὅταν οἱ δοῦλοι τοῦ Βασιλιᾶ πηγαίνουν νὰ καλέσουν τοὺς ἐπίσημους προσκεκλημένους, ἐκεῖνοι ἀδιαφοροῦν. Προτάσσουν τὶς καθημερινές τους ἀσχολίες: ὁ ἕνας πηγαίνει στὸ χωράφι του καὶ ὁ ἄλλος στὸ ἐμπόριο του. Δὲν ἀρνήθηκαν νὰ συμμετάσχουν στὸ βασιλικὸ Δεῖπνο ἐπειδὴ ἔκαναν κάτι κακό, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔβαλαν τὸ κτιστὸ πάνω ἀπὸ τὸν Κτίστη. Προέκριναν τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὴν ἐπίγεια μέριμνα πάνω ἀπὸ τὴν αἰώνια ζωή. Πρόκειται γιὰ τὴν ὕβρη τῆς ἀδιαφορίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς χαρακτηρίζει κατὰ κόρον τὴν ἐποχή μας, καθὼς προτιμᾶμε συνήθως τὶς δικές μας «προφάσεις» ἀντὶ τοῦ εκκλησιασμοῦ καὶ τῆς συμμετοχῆς μας στή θεία Κοινωνία.
Ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴν ἄρνηση, ὁ Βασιλιᾶς ἀνοίγει τὶς πόρτες τοῦ Δείπνου σὲ ὅλους: «πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς». Ἡ Ἐκκλησία γίνεται μιὰ ἀγκαλιὰ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, χωρὶς ἀποκλεισμούς. Ὅμως, ἡ παραβολὴ μᾶς ἐπιφυλάσσει μιὰ αὐστηρὴ πνευματικὴ προειδοποίηση στὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ εἰσῆλθε στὸ δεῖπνο, ἀλλὰ δὲν φοροῦσε «ἔνδυμα γάμου». Ὁ Βασιλιᾶς τὸν πλησιάζει καὶ τὸν ρωτᾶ μὲ πόνο: «Φίλε, πῶς εἰσῆλθες ἐδῶ χωρὶς νὰ φορᾶς τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου;». Κι ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν εἶχε τί νὰ ἀπαντήσει, ὁ οἰκοδεσπότης διέταξε τοὺς διακόνους νὰ τὸν βγάλουν ἔξω στὸ σκοτάδι.
Γνωρίζοντας ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς (βλ. καί Βασ. Δ΄ Ι΄ 22), ὁ ἴδιος ὁ βασιλιᾶς προσέφερε στοὺς καλεσμένους ἕνα καθαρό, λαμπρὸ ἔνδυμα στὴν εἴσοδο τοῦ παλατιοῦ, ἀντιλαμβανόμαστε, ὅτι ἡ ἔλλειψή του «ἐνδύματος τοῦ γάμου» ἐπιφέρει βαριὰ συνέπεια, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος δέ στερεῖτο τοῦ ἐνδύματος, ἀφοῦ τοῦ τό προσέφερε ὁ Βασιλιᾶς, ἀλλὰ ἀρνήθηκε νὰ τὸ φορέσει. Περιφρόνησε δηλαδή τὸ δῶρο τοῦ Βασιλιᾶ καὶ προτίμησε νὰ καθίσει στὸ τραπέζι μὲ τὰ δικά του, λερωμένα καὶ καθημερινὰ ροῦχα.
Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου συμβολίζει τόν λευκὸ χιτῶνα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Εἶναι ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία δωρίζεται στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατηρηθεῖ μὲ τὸν προσωπικό του ἀγῶνα καί μέσα ἀπό τό Μυστήριο τῆς Μετανοίας. Δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ λεγόμαστε Χριστιανοί, οὔτε ἀρκεῖ ἡ τυπική, σωματική μας παρουσία μέσα στὸν ἱερό Ναό. Ἂν ἡ καρδιά μας παραμένει γεμάτη κακία, μῖσος, ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια καὶ ἀμετανοησία, τότε βρισκόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία χωρὶς τὸ κατάλληλο ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο ἐξυφαίνεται μέ τήν ἐξομολόγηση καί τά παράλληλα ἔργα τῆς ἀγάπης, καθώς ἡ πίστη μας δὲν εἶναι μιὰ θεωρία, ἀλλὰ μιὰ ζωντανὴ σχέση ποὺ ἀποδεικνύεται μὲ πράξεις φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης.
Ὅμως αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ καθαρότητα τῆς ψυχῆς, πρέπει νὰ καθρεφτίζεται καὶ στὴν ἐξωτερική μας ἐμφάνιση, εἰδικὰ ὅταν προσερχόμαστε στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Τὸ σῶμα μας, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι «ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικεῖ μέσα μας» (βλ. Α΄ Κορ. ς΄19). Ἑπομένως, τὸ πῶς ντυνόμαστε φανερώνει καί τὸν σεβασμό μας πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας.
Στὶς μέρες μας, παρατηρεῖται συχνὰ μιὰ χαλάρωση ποὺ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς ἀσέβειας. Ἰδιαίτερα γιὰ τὶς χριστιανὲς γυναῖκες, ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε πιστό, ἡ σεμνὴ καὶ εὐπρεπὴς ἐνδυμασία μέσα στὸν ναὸ δὲν εἶναι ἕνας ἀναχρονιστικὸς κανόνας, ἀλλὰ μιὰ πράξη βαθιᾶς πνευματικῆς συνείδησης καὶ ταπείνωσης. Ἡ σεμνότητα στὰ ροῦχα ἀποφεύγει τὴν πρόκληση, τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴ ματαιοδοξία. Δὲν ἀλλοιώνει, ἀλλὰ ἀναδεικνύει τὴν ἀληθινή, ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου καί δή τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία, ὅπως γράφει τόσο ὁ ἀπόστολος Παῦλος (βλ. Α΄ Τιμ. β΄9), ὅσο κι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος (βλ. Α΄ Πέτρ. γ΄3 - 4) δὲν βρίσκεται στὰ ἐξωτερικὰ στολίδια, ἀλλὰ «στὸν κρυφὸ ἄνθρωπο τῆς καρδιᾶς, μὲ τὸ ἀφθαρτο στόλισμα τοῦ πράου καὶ ἥσυχου πνεύματος». Ὅταν ὁ πιστός, ἄνδρας ἤ γυναῖκα, εἰσέρχεται μὲ σεμνότητα στὸν ἱερό Ναό, βοηθᾶ τόσο τὸν ἑαυτό του, ὅσο καὶ τοὺς γύρω του νὰ μείνουν συγκεντρωμένοι στὴν προσευχή, χωρὶς νὰ ἀποσπᾶται ἡ προσοχὴ ἀπὸ κοσμικὲς ὑπερβολές. Ἡ ἐξωτερικὴ εὐπρέπεια εἶναι ἡ προέκταση τοῦ ἐσωτερικοῦ γαμήλιου ἐνδύματος, γιά τη συμμετοχή στό βασιλικό δεῖπνο.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ὁ Χριστὸς κλείνει τὴ σημερινὴ παραβολὴ μὲ τὰ λόγια: «Πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί», δηλαδή πολλοί εἶναι προσκεκλημμένοι, ἀλλά λίγοι ἀναδεικνύονται ἐκλεκτοί. Ἡ κλήση εἶναι καθολική, γιά ὅλους, ἀλλὰ ἡ ἐκλογὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ δική μας ἀνταπόκριση καὶ τὴν πνευματική μας ἑτοιμότητα.
Πῶς ὅμως θὰ μπορέσουμε ἐμεῖς, οἱ ἀσθενεῖς καὶ καθημερινὰ χειμαζόμενοι ἄνθρωποι, νὰ κρατήσουμε αὐτὸ τὸ γαμήλιο ἔνδυμα, καθαρὸ ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ κόσμου;
Τὴν ἀπάντηση καὶ τὴν ἐλπίδα μᾶς τὴ δίνει σήμερα ἡ σημερινὴ ἑορτή: ἡ ἀνάμνηση τοῦ ἐν Χώναις Θαύματος τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Στὶς Χῶνες της Φρυγίας, οἱ εἰδωλολάτρες θέλησαν, νὰ καταστρέψουν τὸν Ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, τὸν ὁποῖο ἀνήγειρε καὶ φρόντιζε κάποιος εὐσεβῆς ὀνόματι Ἄρχιππος, στρέφοντας ἐναντίον του τὰ ὁρμητικὰ νερὰ δύο ποταμῶν, καθὼς δὲν ἄντεχαν τὴν δόξα τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ τὴν πληθώρα τῶν θαυμάτων τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. Τότε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ἀπαντώντας στὴν ἀγωνιώδη προσευχὴ τοῦ Ἀρχίππου, ἐμφανίστηκε μὲ δόξα, χτύπησε τὸν συμπαγῆ βράχο μὲ ἕνα κοντάρι κι ὁ βράχος σχίστηκε, ἀνοίγοντας μιὰ δίοδο σάν χωνὶ, τό ὁποῖο κατάπιε καί χώνεψε τὰ ὁρμητικὰ νερά, σώζοντας τὸν ναό.
Αὐτὸ τὸ θαῦμα ἔρχεται νὰ σφραγίσει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο:
Ὁ συμπαγὴς βράχος της Φρυγίας συμβολίζει τὴ σκληρὴ καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀδιαφόρησαν γιὰ τὸ δεῖπνο τοῦ Βασιλιᾶ. Χρειαζόμαστε τὴν ἐπέμβαση τοῦ Ἀρχαγγέλου, ὥστε μὲ τὸ πνευματικό του κοντάρι νὰ σπάσει τὸν βράχο τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ νὰ ἀνοίξει τὴν ψυχή μας στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τὰ ὁρμητικὰ ποτάμια συμβολίζουν τοὺς πειρασμούς, τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, ποὺ ἀπειλοῦν καθημερινὰ νὰ λερώσουν ἢ νὰ παρασύρουν τὸ ἔνδυμα τοῦ Βαπτίσματός μας.
Ἂς παρακαλέσουμε, λοιπόν, σήμερα τὸν Μέγα Ταξιάρχη Μιχαὴλ νὰ γίνει ὁ δικός μας ἄγρυπνος προστάτης. Ἂς μάθουμε νὰ ἀναφερόμαστε σὲ ἐκεῖνον μὲ τὸ γλυκύτατο μεγαλυνάριο τροπάριο: «Ἔχων σὲ προστάτην καὶ βοηθόν, φύλακα καὶ ρύστην τῆς ψυχῆς μου τῆς ταπεινῆς, Μιχαὴλ Πρωτάρχα καὶ Μέγα Ταξιάρχα, ἐν ὥρᾳ τοῦ κινδύνου, σὺ μοὶ βοήθησον», ὥστε νὰ περιφρουρεῖ τὸν ἐσωτερικὸ Ναὸ τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὰ ὁρμητικὰ κύματα τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Εἶθε μέ τίς ἀρχαγγελικές του πρεσβείες, νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ μήν παραμείνουμε ἁπλῶς «κλητοί», ἀλλὰ νά ἀναδειχθοῦμε «ἐκλεκτοὶ» συνδαιτυμόνες στὸ αἰώνιο Δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνδεδυμένοι μὲ τὸν φωτεινὸ χιτῶνα τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θείας δόξης. Ἀμήν!
† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,
Χάριτι τοῦ ἀγαθοδότου Θεοῦ εἰσερχόμεθα σήμερον εἰς τό νέον ἐκκλησι-αστικόν ἔτος, τιμῶντες καί ἑορτάζοντες ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευ-ματικαῖς, κατά τήν ἔναρξιν αὐτοῦ, τήν «Ἡμέραν προσευχῆς ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος».
Ἡ πολυδιάστατος σύγχρονος οἰκολογική κρίσις εἶναι κρίσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας του, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ του. Προηγεῖται ἡ «κακή ἀλλοίωσις» τῆς ἐλευθερίας μας, ἡ ἀποκοπή καί ἡ ἀλλοτρίωσίς μας ἀπό τήν Πηγήν τῆς Ζωῆς, καί ἀκολουθεῖ ἡ καταστροφική διά τό φυσικόν περιβάλλον συμπεροφορά. Αἰσθανόμεθα βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην διά τό γεγονός ὅτι αἱ πρωτοποριακαί πρωτοβουλίαι καί παρεμβάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀδιαλείπτως ἀπό τό ἔτος 1989 μέχρι τῆς σήμερον, ὄχι μόνον ἀπεκάλυψαν τάς πνευματικάς παραμέτρους τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος, ἀλλά διήνοιξαν νέας ὁδούς καί προοπτικάς διά τήν ἀντιμετώπισίν του. Τά οἰκολογικά συνέδρια, οἱ σχετικοί διαχριστιανικοί καί διαθρησκειακοί διάλογοι, αἱ συγκεκριμέναι προτάσεις τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐπί περιβαλλοντικῶν θεμάτων, ἡ ἀναφορά εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί συνεπείας τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καί ἄλλα τοιαῦτα, συγκροτοῦν μίαν ρωμαλέαν περιβαλλοντολογικήν πρότασιν, μέ ἔμφασιν εἰς τήν ἀδήριτον ἀνάγκην «κοπερνίκειας στροφῆς» εἰς τήν κατανόησιν τῆς ἰδέας τῆς προόδου καί εἰς τήν στάσιν τῆς ἀνθρωπότητος ἀπέναντι εἰς τήν φύσιν, καθώς καί εἰς τόν τρόπον δράσεως τῶν παραγόντων τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν θρησκειῶν, τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας καί τῆς παιδείας τῆς νέας γενεᾶς.
Θά συνεχίσωμεν, ἔργῳ καί λόγῳ, τήν προβολήν τῆς οἰκολογικῆς προτάσεως τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τόν οἰκοφιλικόν δυναμισμόν τῆς εὐχαριστιακῆς, ἀσκητικῆς καί δοξολογικῆς σχέσεως μέ τήν δημιουργίαν, ὑπογραμ-μίζοντες πάντοτε ὅτι ἀπαιτεῖται ἐπισταμένη θεολογική ἐργασία διά τήν ἀποσα-φήνισιν τοῦ αὐθεντικοῦ οἰκολογικοῦ μηνύματος τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καί παραδόσεως, ἐπ᾿ ἀγαθῷ τῆς «καλῆς λίαν» δημιουργίας.
Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ ἀνάδειξις τῶν θρησκευτικῶν καί ἠθικῶν διαστάσεων τῆς οἰκολογικῆς ἀπειλῆς θά ὁδηγήσῃ εἰς τήν συνειδητοποίησιν τῆς ἀξονικῆς σημασίας τῆς «οἰκολογικῆς εὐθύνης». Ἐπί τέλους, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά παύσῃ νά δρᾷ ὡς νά μή ἐγνώριζε καί νά ἀποβάλῃ ὁριστικῶς τήν ψευδαίσθησιν ὅτι ὁ πλανήτης γῆ δύναται εἰς τό διηνεκές νά ὑπερβαίνῃ τάς ἀνθρωπογενεῖς ἐπιβαρύνσεις καί καταστροφάς, ὅτι ἡ φύσις ἔχει τήν δύναμιν νά ἀνανεώνεται ἀφ᾿ ἑαυτῆς. Τό ἦθος τῆς εὐθύνης διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ὀφείλει νά ἐκφράζεται εἰς παγκόσμιον, ἐθνικόν, τοπικόν καί προσωπικόν ἐπίπεδον. Ἐπαναλαμβάνομεν καί πάλιν, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις οἰκολογικῆς εὐθύνης εἶναι «κατηγορική προστακτική» διά τήν ἀνθρω-πότητα, ἐνώπιον τῆς μεγαλυτέρας ἀπειλῆς, τήν ὁποίαν ἐκλήθη αὕτη νά ἀντιμε-τωπίσῃ εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορικήν της διαδρομήν.
Προφανέστατα, μέ κυρίαρχον τό ἀνθρωπολογικόν πρότυπον, τό ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ὁ «ἄφρων πλούσιος» τοῦ Εὐαγγελίου (Λουκ. ιβ΄, 17-21), μέ τό «καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω, καί συνάξω ἐκεῖ πάντα τά γενήματά μου καί τά ἀγαθά μου», καί τό «ψυχή, ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου», ἡ ἀνθρωπότης ὑπονομεύει τό μέλλον της καί ἀφανίζει τόν «οἶκον» της. Αἱ «νεωτερικαί ἁμαρτίαι» τῆς ἀνθρωπότητος ἐδημι-ούργησαν, καί συνεχίζουν νά τό πράττουν, νέους διχασμούς καί διασπάσεις μεταξύ ἀνθρώπου καί φύσεως. Ὁ σύγχρονος «ἀνθρωποθεός» ἐμμένει εἰς τήν γεωκτονίαν, ἀγνοεῖ μέτρα καί ὅρια ἐν ὀνόματι γεωπολιτικῶν σχεδιασμῶν καί οἰκονομικῶν συμφερόντων, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ἱκανοποιήσεως, οὐσιαστικῶς ἀκο-ρέστων, ἀναγκῶν, ἀλλά καί, βαθύτερον, λόγῳ ἐσωτερικῶν βιωματικῶν καί ἀξιακῶν ἀνατροπῶν. Αἱ ἐπιπτώσεις μιᾶς παγκοσμίου κυριαρχίας τῆς βουλήσεως χειραγω-γήσεως, ἐργαλειοποιήσεως καί ἐκμεταλλεύσεως τῆς φύσεως θά ἀποβοῦν τραγικαί διά τήν ζωήν εἰς τόν πλανήτην μας.
Ἡ προϊοῦσα ἀποδοχή καί ἐπίσημος καθιέρωσις τῆς 1ης Σεπτεμβρίου ὑπό τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ὡς Ἡμέρας Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος ἀποκτᾷ σήμερον ἰδιαιτέραν βαρύτητα ὡς σύμβολον καί ἔμπρακτος προώθησις τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν. Ἐξ ἄλλου, ἡ δοξολόγησις τοῦ «δημιουργοῦ πάσης τῆς κτίσεως» κατά τήν Ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου εἰς τήν λειτουργικήν παράδοσίν μας, ἀποτελεῖ μίαν πολύτιμον παρακαταθήκην, ὡς πρόσκλησις καί προτροπή πρός σεβασμόν τῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται τάς συνεπείας τῆς ἀνοικείου ἀνθρωπογενοῦς ἐπιβουλῆς.
Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα,
Ὁ σεβασμός τῶν βασικῶν πυλώνων τοῦ οἰκολογικοῦ πολιτισμοῦ δύναται νά ἀνακόψῃ τάς οἰκοκαταστροφικάς τάσεις καί νά διανοίξῃ τόν «οἰκολογικόν μονό-δρομον» τῆς βιωσίμου ἀναπτύξεως. Γενικώτερον, ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ἀνάγκην συναινέσεως ἐπί ἑνός κορμοῦ κοινῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν, ὁ ὁποῖος, ἐντός ἑνός κόσμου ρήξεων καί πολώσεων, θά λειτουργῇ ὡς πυξίς διά τήν πορείαν πρός τό μέλλον. Ἄξονα αὐτοῦ τοῦ ἀξιακοῦ συνόλου θεωροῦμεν τήν ἀρχήν τῆς ἀλληλεγγύης, ὡς παράγοντος συνυπευθυνότητος, διαλόγου καί εἰλικρινοῦς ἀμοιβαιότητος, ὁμοῦ μετά τῆς συλλογικῆς εὐθύνης διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Τόσον ὁ ἔμπρακτος σεβασμός τῆς ἱερότητος τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅσον καί ἡ μέριμνα διά τήν ἀκεραιότητα τῆς κτίσεως, ἀποτελοῦν, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς, ζωτικάς ἐκφάνσεις τῆς εὐχαριστιακῆς πραγματώσεως τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κλήσεως τοῦ ἀνθρώπου νά καταστῇ «ἱερεύς» τῆς δημιουργίας.
Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, εὐχόμενοι αἴσιον καί εὔκαρπον ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καί θεαρέστοις τόν νέον ἐκκλησιαστικόν ἐνιαυτόν, ἐπικαλούμεθα ἐπί πάντας ὑμᾶς, πρεσβείαις καί μεσιτείᾳ τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, τήν πανίερον εἰκόνα τῆς ὁποίας εὐλαβῶς φυλάττομεν ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, καί «στόμασι καί καρδίᾳ καί θελήματι» ἀσπαζόμεθα, τήν χάριν καί τό ἔλεος τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Οὗ τό ὑπεράγιον ὄνομα εἴη εὐλογημένον καί δεδο-ξασμένον νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν!
,βκς’ Σεπτεμβρίου α’
Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν
Μὲ τὴ δέουσα μεγαλοπρέπεια καὶ λαμπρότητα, καὶ μὲ τὴ συμμετοχὴ τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου, τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν Ἀρχῶν τῆς Νήσου καὶ πλήθους εὐλαβῶν προσκυνητῶν, ἑόρτασε ἡ Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Ζώνης Σάμου (1695) τὴν ἑορτὴ τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς, 30 Αὐγούστου 2026, τελέσθηκε ὁ Μέγας Πανηγυρικὸς Ἑσπερινός, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας Σάμου κ.κ. Εὐσεβίου, ὁ ὁποῖος κήρυξε τὸν Θεῖο Λόγο.
Κατὰ τὴν κυριώνυμο ἡμέρα, Δευτέρα 31 Αὐγούστου, τελέσθηκε ὁ Πανηγυρικὸς Ὄρθρος καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Νιγηρίας κ.κ. Νικοδήμου καὶ συλλειτουργοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Εὐσεβίου.
Τὸν Θεῖο Λόγο κήρυξε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νιγηρίας κ.κ. Νικόδημος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρθηκε στὸ θεομητορικὸ πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, καθὼς καὶ στὴν τιμὴ τῶν ἱερῶν Λειψάνων καὶ τῶν ἱερῶν ἐνδυμάτων τῶν Ἁγίων στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Παράλληλα, εὐχαρίστησε θερμὰ τὸν Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φιλοξενία.
Ὁ σεπτός μας Ποιμενάρχης, καλωσόρισε τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Νιγηρίας κ.κ. Νικόδημο στὴ Σάμο καί ἐπεσήμανε τήν μακροχρόνια πνευματική τους γνωριμία μετά τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Σιδηροκάστρου κυροῦ Ἰωάννου καί τοῦ προσέφερε εἰς ἀγαθήν ἀνάμνησιν, προσωπικό του Ἀρχιερατικό Ἐγκόλπιο.
Εὐχαρίστησε δέ θερμὰ τὸν Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, καθὼς καὶ ὅλους ὅσοι κοπίασαν γιὰ τὴν ἄρτια ὀργάνωση τῆς Ἱερᾶς Πανηγύρεως. Ἀκολούθως, πραγματοποιήθηκε ἡ λιτάνευση τῆς Ἐφεστίου Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πέριξ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.
Σήμερα: