
Μέ τήν εὐκαιρία τῆς Ἱερᾶς Μνήμης τοῦ πρωτοκορυφαίου ἉγίουἈποστόλουΠαύλου, ἡ Ἱερά Μητρόπολίς μας γιά νά ὑπενθυμίσει σέ ὅλους τούς Σαμίους τήν διέλευση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπό τό νησί μας, κατά τήν τρίτη Ἀποστολική Περιοδεία («παρεβάλομεν εἰς Σάμον», Πραξ.κεφ.20,στ.15), θά τελέσει ὑπαίθριο πανηγυρικό Ἑσπερινό, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Εὐσεβίου ὄπισθεν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καί ἀπέναντι τῶν παραλίων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τήνΔευτέρα 29 Ἰουνίου καί ὥρα 19.00’ μ.μ.
Στήν κατανυκτική, αὐτή, λατρευτική ἐκδήλωση ὀφείλουμε νά δώσουμε τό παρόν, ὥστε νά ἐκζητήσουμε τίς πρεσβεῖες τοῦ Μεγάλου Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου, ἱδρυτοῦ τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιά τήν τοπική μας Ἐκκλησία.
«Τά παιδιά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ»
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί
Σέ συνέχεια τῆς προηγούμενης Κυριακῆς, κατά τήν ὁποία ὁ Κύριος μᾶς ἐπεσήμανε νά ζητοῦμε πρῶτα καί πάνω ἀπ’ὅλα τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνη Του, σήμερα ὁ Κύριος μᾶς τόνισε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κληρονομιά ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀνέφερε πώς οἱ ἐκλεκτοί μέτοχοί Της ἀναδεικνύονται ὄχι σύμφωνα μέ τόν τόπο, πού γεννήθηκαν ἤ τόν χρόνο πού ἔζησαν, ἀλλά μέ τό ἄν ἡ καρδιά τους προσεγγίζει μέ πίστη τόν Ἴδιο καί μέ θυσιαστική ἀγάπη ἀκολουθεῖ τόν λόγο Του καί πράττει τό θέλημά Του.
Ἀφορμή γιά αὐτή τήν ἐπεξηγηματική τοποθέτηση ἔδωσε στόν Κύριο ὁ Ῥωμαῖος ἑκατόνταρχος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε καί ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο τη θεραπεία τοῦ δούλου του, χωρίς νά εἶναι Ἰουδαῖος ἤ νά ἀνήκει στόν ἐκλεκτό Λαό τοῦ Θεοῦ. Ὅμως πίστευε καί ἐμπιστευόταν τόν Χριστό ἀσυγκρίτως περισσότερο ἀπό τούς Ἰουδαίους καί ἀναγνώριζε μέ ταπείνωση τήν ἁμαρτωλότητά του σέ σημεῖο νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἀνάξιο ἀκόμη καί νά τόν ἐπισκεφθεῖ ὁ Χριστός στό σπίτι του. Γιά αὐτά τά γνωρίσματά του, ὁ Κύριος τόν ἀνέδειξε ἐνώπιον ὅλων μέ τά ἐξῆς λόγια: «Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι οὔτε στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ βρῆκα τόση πίστη.» Καί συνέχισε μέ ἔμφαση: «Σᾶς λέγω ὅτι θά ἕλθουν πολλοί ἀπό ἀνατολή καί δύση καί θά καθίσουν στό τραπέζι μέ τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ φυσικοί κληρονόμοι τῆς βασιλείας θά πεταχθοῦν ἔξω στό σκοτάδι» (βλ. Ματθ. η΄ 10-12).
Ἡ φράση αὐτή τοῦ Χριστοῦ μᾶς δείχνει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό Του ἐκλεκτό τοῦ Θεοῦ καί πώς αὐτό εἶναι προνόμιο μόνο τοῦ Ἰδίου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὅπως διασαφήνισε στόν προφήτη Σαμουήλ κατά τά ὅσα περιγράφονται σχετικά μέ τήν ἐκλογή τοῦ Δαβίδ ὡς Βασιλέα, δέν κρίνει σύμφωνα μέ τά ἀνθρώπινα κριτήρια, ἀλλά βλέπει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Ὥστε λοιπόν κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει ἀπόλυτη ἄποψη γιά κανένα, οὔτε κἄν γιά τόν ἑαυτό του, οὔτε βέβαια μπορεῖ νά ἐξαιρεῖ τούς ἄλλους ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ θεωρώντας τούς ὡς καταδικασμένους ἐκτός τῆς Βασιλείας. Οἱ Ἰουδαῖοι, εἶχαν τήν ἐντύπωση ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἀσχολεῖται μόνο μέ αὐτούς καί ὅτι τά ὑπόλοιπα ἔθνη ἦταν κατά κάποιο τρόπο καταδικασμένα ἐπειδή ἁπλά εἶχαν γεννηθεῖ σέ διαφορετικές γεωγραφικές συντεταγμένες. Εἶχαν πιστέψει ὅτι δεν ἀνῆκαν αὐτοί στόν Θεό ἀλλά ὅτι ὁ Θεός τούς ἀνῆκε. Ζοῦσαν σάν νά εἶχε δημιουργήσει ὁ Θεός μόνο αὐτούς. Οἱ ὑπόλοιποι, δηλαδή οἱ Σαμαρεῖτες, οἱ Ἐθνικοι ἤ τέλος πάντων ὅσοι δεν ἦταν Ἰσραηλίτες ἦταν γιά αὐτούς «μή πλησίον» καί ἀπαγορευόταν κάθε συναναστροφή ἀκόμα καί κάθε ἀνθρώπινη βοήθεια πρός αὐτούς.
Ὁ Χριστός ἦρθε καί ἀνέτρεψε ὁλοκληρωτικά τήν ἀντίληψη τῶν Ἰουδαίων, ὅτι μονον ἐκεῖνοι ἦταν οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί ὅλων τῶν ἀνθρώπων τότε καί σήμερα καί στό μέλλον ἔχουν τήν ἴδια ἄποψη. Ἐκλεκτός ἀναδεικνύεται αὐτός πού πιστεύει στόν Χριστό, ὡς Θεό Σωτῆρα καί Λυτρωτή. Αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀνεξαρτήτως ἔθνους, χρώματος, φυλῆς καί θρησκείας ἀκόμη ἐμπιστεύεται τη ζωή του στή θεϊκή Του πρόνοια. Ἐκεῖνος πού θεωρεῖ πώς δέν ἀξίζει νά εἰσέλθει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί πώς ἄν αὐτό γίνει, τοῦτο θά ὀφείλεται μονο καί μόνο στή Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού τόν ἀξιώνει γιά αὐτή τήν τιμή. Καί τοῦτο καθώς στό διάβα τῶν αἰώνων καί κυρίως στις μέρες μας πολλοί ἄνθρωποι ἀπό ἀνατολή καί δύση, ἀπό βορρᾶ καί νότο ἔρχονται ἀναζητώντας νά μάθουν γιά τόν Χριστό κι ἀναδεικνύονται μέσα ἀπό τη μυστηριακή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, μέλη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ἄν κάποιος εἶναι ὁλοκληρωτικά παραδομένος στόν Χριστό καί στό ἅγιο θέλημά Του τότε αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινά ἐπιτυχημένος. Παράξενη ἵσως θά ἀκουγόταν ἡ λογική αὐτή σέ ἕνα ἄνθρωπο πού ζοῦσε τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ. Γιατί τότε (ὅπως δυστυχῶς σέ πολλές περιπτώσεις καί σήμερα) ἡ ἐπιτυχία ἐθεωρεῖτο μία συνισταμένη κοινωνικῶν παραγόντων, τῆς καταγωγῆς, τῆς δύναμης καί τοῦ πλούτου. Γιά τό λόγο αὐτό ἐπικρατοῦσε ἡ ἀδικία ἀφοῦ οὔτε κἄν κοινωνική πρόνοια ὑπῆρχε στή Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία. Οἱ κάθε λογῆς ἀναξιοπαθοῦντες, οἱ χῆρες καί οἱ εὐπαθεῖς ὁμάδες ἦταν κατά κάποιο τρόπο καταδικασμένοι ἐφόσον δεν ὑπῆρχε καμία κοινωνική μέριμνα γιά αὐτούς. Καί ἄς τό δοῦν αὐτό οἱ πολέμιοι τοῦ Χριστιανισμοῦ, καθώς πρῶτοι οἱ Χριστιανοί ἀνέπτυξαν τήν ἔννοια τῆς κοινωνικῆς πρόνοιας ἤδη ἀπό τήν περίοδο τῶν διωγμῶν ὅπου φρόντιζαν μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους πολλές φορές ἀνθρώπους μέ λοιμικές ἀσθένειες καί μάλιστα πολλές φορές καί οἱ ἴδιοι κατέληγαν νά νοσήσουν καί ἐν τέλει νά πεθάνουν. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἐκκλησιαστικός ἱστορικός Εὑσέβιος Καισαρείας σχετικά μέ ἕνα φοβερό λοιμό πού εἶχε ξεσπάσει: «Οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀδελφούς μας, ἀπό ὑπερβολική ἀγάπη καί φιλαδελφία, χωρίς νά ὑπολογίζουν τόν ἑαυτό τους.... ἐπισκέπτονταν ἄφοβα τούς ἀσθενεῖς, τούς περιποιοῦνταν μέ ἀφοσίωση.... καί πέθαιναν μαζί τους μέ μεγάλη χαρά γιατί κολλοῦσαν τήν ἀσθένεια ἀπό τούς ἄλλους .... παίρνοντας θεληματικά ἐπάνω τους, τούς πόνους τῶν ἄλλων... Στούς εἰδωλολάτρες ὅμως συνέβαινε τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Μόλις κάποιος ἄρχιζε νά ἀρρωσταίνει τόν ἔδιωχναν καί τόν ἀπέφευγαν ἀκόμη καί τά πιο ἀγαπημένα τους πρόσωπα. Τούς πετοῦσαν μισοπεθαμένους στούς δρόμους...» (PG 20, 88). Οἱ Ἐθνικοί μάλιστα βλέποντας τη στάση αὐτή τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποδέχονταν ὡς πλησίον τόν κάθε ἄνθρωπο ἀδιακρίτως, συγκινοῦνταν καί σίγουρα ἔπαιξε καθοριστικό ρόλο στήν περεταίρω διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στόν εἰδωλολατρικό κόσμο.
Δυστυχῶς πολλές φορές κι ἐμεῖς ὡς Χριστιανοί ἐπιλέγουμε νά τρέφουμε βεβαιότητες γιά τούς ἑαυτούς μας. Ἔτσι γινόμαστε σκληρόκαρδοι ἐνώπιον Θεοῦ ἀλλά καί ἀνθρώπων. Ζῶντας σέ μία κατά πλειοψηφία τουλάχιστόν Ὀρθόδοξη χῶρα ὅπου ὅλα θεωροῦνται δεδομένα, ἔχουμε ἀναπτύξει ἕνα αἴσθημα ἐξασφάλισης καί ἴσως ἕνα σύμπλεγμα ἀνωτερότητας σέ σχέση μέ ἄλλα ἔθνη καί λαούς. Πόσες φορές προβάλλουμε τήν Ὀρθόδοξη ταυτότητά μας πιστεύοντας ἐνδόμυχα αὐτό πού θεωροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι γιά τόν ἑαυτό τους ὅτι δηλαδή εἴμαστε ὁ ἐκλεκτός λαός τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ὅμως ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι δέν ξεχωρίζει τούς ἀνθρώπους ἀνάλογα μέ τό γεωγραφικό μῆκος ἤ τό πλάτος στό ὁποῖο γεννήθηκαν, τό ἔθνος ἤ τήν φυλή ἀπό τήν ὁποία προέρχονται, ἀλλά βλέπει κατευθείαν στά μύχια καί στά ἐνδότερα τῶν καρδιῶν τους κάτι τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δεν μπορεῖ. Αὐτό τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δεν δύναται νά γνωρίζει, τό γνωρίζει στήν ὁλότητά του ὁ Θεός.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ὁ Χριστιανός στήν καθημερινή του ζωή ὀφείλει νά μην ἐπαναπαύεται σέ καμμία βεβαιότητα. Ζοῦμε μέσα στό Θεανθρώπινο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὅπου κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἔχοντας ἀξιωθεῖ λοιπόν τέτοιας μεγάλης δωρεᾶς, ἄς μήν φανοῦμε ἀχάριστοί καί ἀγνώμονες. Νά μην νιώθουμε αἴσθημα ὑπεροχῆς ἔναντι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἐπηρεαζόμενοι ἀπό τά διάφορα κοσμικά κριτήρια, ἀκόμη κι ἄν δέν εἶναι μέλη τοῦ Χριστοῦ, διότι μπορεῖ νά γίνουν ἀνα πᾶσα στιγμή διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἀλλά καί διότι, ὅπως τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅσοι δέν γνώρισαν τόν Χριστό καί τό Εὐαγγέλιό Του, θά κριθοῦν σύμφωνα με τό κατά πόσον εἶναι κοντά στόν νόμο καί τό θεῖο Του θέλημα (Βλ. Ρωμ. β΄14). Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ὅσους ἄν καί βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἔχουν ἐπιλέξει νά ζοῦν σάν νά μην εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας ὑπ ὄψιν ὅτι κι ὁ Ληστής τήν τελευταία στιγμή τῆς ζωῆς του ἔκλεψε μέ τήν μετάνοιά του τόν Παράδεισο, ὅπως λέει χαριτολογώντας ὁ Ἅγιος Αὐγουστῖνος. Ἐμεῖς δέν ἔχουμε δικαίωμα νά κρίνουμε κανένα, καθώς ἡ κρίση ἀνήκει στόν Χριστό, τόν μόνο κατά ἀπόλυτη ἔννοια Δίκαιο Κριτή. Ἐμεῖς ἔχουμε χρέος νά ἀγωνιζόμαστε τόν καλό ἀγῶνα γιά νά ἐπιτύχουμε τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, προσέχοντας παράλληλα ἡ ζωή μας νά γίνεται παράδειγμα πρός μίμησιν, ὡς μία διαρκής ἱεραποστολή. Μία πρόσκληση πρός τούς ἐντός, ἀλλά καί τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας νά ἀπολαύσουν καί αὐτοί τῶν δωρεῶν πού παρέχει ὁ Χριστός σέ ὅσους Τόν ἀγαποῦν καί Τόν ἐμπιστεύονται.
Ἄς θυμηθοῦμε μόνο ὅτι, ὅπως προαναφέραμε οἱ Χριστιανοί κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν ἔγιναν ἡ αἰτία μέ τη βιοτή τους ὥστε νά ἀλλάξει ὁ παγκόσμιος θρησκευτικός χάρτης. Ἔτσι καί ἐμεῖς ἄν ἀφυπνισθοῦμε πνευματικά θά θέσουμε ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ζωῆς μας τη σχέση μας μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Καί τότε νά εἶμαστε βέβαιοι ὅτι τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, θά μᾶς καταστήσει συγκληρονόμους Χριστοῦ στήν Βασιλεία Του. Ἀμήν!

Ἡ τοπική μας Ἐκκλησία ἑόρτασε κατὰ τὸ διήμερο 21 καὶ 22 Ἰουνίου 2026 τὴ μνήμη τοῦ Ἁγίου ἐνδόξου Ἱερομάρτυρος Εὐσεβίου, Ἐπισκόπου Σαμοσάτων καί τὰ σεπτὰ ὀνομαστήρια του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου μας κ.κ. Εὐσέβιου.
Τὴν Κυριακὴ 21 Ἰουνίου τελέσθηκε ὁ Μέγας Πανηγυρικὸς Ἑσπερινός, στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου ἱερομάρτυρος Εὐσεβίου Παλαιοῦ Καρλοβάσου, χοροστατοῦντος τοῦ Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ἐπιδαύρου κ. Νικοδήμου καὶ συγχοροστατούντων τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δημητριάδος καὶ Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνατίου καὶ τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ.κ. Εὐσεβίου. Τὸν θεῖο λόγο κήρυξε ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Ἐπιδαύρου κ. Νικόδημος.
Τὴ Δευτέρα 22 Ἰουνίου, στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου πόλεως Σάμου, ὁ σεπτός μας Ποιμενάρχης χοροστάτησε καί συνιερούργησε μέ τούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Δημητριάδος καὶ Ἀλμυροῦ κ. Ἰγνάτιο, Πειραιῶς κ. Σεραφεὶμ καὶ τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Ἐπιδαύρου κ. Νικόδημο. Τήν διακονία τοῦ λόγου ἔλαβε ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ.
Τίς ἀπογευματινές ὧρες στὸ Μητροπολιτικὸ Μέγαρο, δέχθηκε τίς εὐχές τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου, τῶν Μοναστικῶν ἀδελφοτήτων, τῶν Πολιτικῶν καί Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν καί τοῦ ἀκριτικοῦ λαοῦ μας.


Σήμερα: