Κυριακή τοῦ Θωμᾶ - 19 Ἀπριλίου 2026
«Ἡ καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ»
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, Χριστός Ἀνέστη!
Στόν ἀναστάσιμο ἀπόηχo τῆς ἑορτῆς τῶν ἑορτῶν, ἑορτάζουμε σήμερα τήν Κυριακή τοῦ Ἀντίπασχα, ὅπου ἡ Ἐκκλησία μας τοποθετεῖ τό γεγονός τῆς ψηλαφήσεως τοῦ Θωμᾶ καί τῆς σωτήριας ὁμολογίας του.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γέμισε μέ φῶς τόν οὐρανό, τή γῆ και τά καταχθόνια, καί δέν ἐννοοῦμε φυσικά τό αἰσθητό φῶς. Ὁ Χριστός ἀνέτειλε ὡς ἥλιος ἀπό τον Τάφο, ὅπως ψάλλουμε καί στά ἀναστάσιμα τροπάρια. Στόν πρόλογο τοῦ κατά Ἰωάννην Εὐαγγελίου, τόν ὁποῖο ἀκούσαμε τήν νύχτα τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως, διακηρύσσεται ἡ πλέον συγκλονιστική ἀλήθεια τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, ὅτι «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Δηλαδή ὁ τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, ὄχι γιά νά ἐπιδείξει τή δύναμή Του, ἤ τήν ἐξουσία Του, ἀλλά γιά νά σώσει τό πλάσμα Του πού τόσο ἀγαπᾶ. Γεννήθηκε στό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, βαπτίστηκε ὡς δοῦλος στόν Ἰορδάνη, Σταυρώθηκε ὡς κακούργος, ἐκεῖνος πού εἶναι ὀ μόνος ἀναμάρτητος, γεύθηκε τον σωματικό θάνατο, αὐτό τό αἰώνια ἄλυτο ἐρώτημα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, καί ὡς Θεός ἀληθινός Ἀνέστη τριήμερος ἀνασταίνοντας ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τό θάνατο καί χαρίζοντας τήν αἰώνια ζωή.
Στό σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι «προδοκοῦμε ἀνάστασιν νεκρῶν» τί σημαίνει ὅμως αὐτό γιά τήν καθημερινότητά μας; Γιατί βλέπουμε πολλούς ἀδελφούς μας θεωρητικά νά ἀποδέχονται τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ζοῦν σάν νά μήν ὑπάρχει αἰώνια ζωή. Γιατί ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση φαίνεται κυρίως στή ζωή μας καί στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουμε τά πράγματα. Πόσες φορές ὅταν ἀντιμετωπίζουμε τή δοκιμασία, τήν ἀδικία καί τή φθορά μήπως ἐνεργοῦμε σάν νά εἴμαστε «υἱοί τοῦ αἰῶνος τούτου» καί ὄχι «τέκνα φωτός καί Ἀναστάσεως»; Ἡ Ἀνάσταση δέν εἶναι ἕνα ἀπλό ἱστορικό γεγονός, ἀλλά μία ζωντανή πραγματικότητα. Ὅταν ὁ Χριστιανός ὄχι ἁπλά πιστεύει, ἀλλά ζεῖ με τήν προοπτική τῆς Ἀναστάσεως τότε ὁ θάνατος δέν εἶναι τό τέλος, ἡ ζωή του ἔχει αἰώνια προοπτική, οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες δέν εἶναι ἀδιέξοδες ἀλλά τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως νικᾶ τό σκοτάδι τῆς ἀδικίας.
Ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση σημαίνει ὅτι ὁ θάνατος δέν ἔχει πλέον τήν τελευταία λέξη, παρόλο πού ἡ σύγχρονη ὑλιστική ἐποχή προσπαθεῖ νά μᾶς πείσει ὅτι δῆθεν τό τέλος τῆς βιολογικῆς ὕπαρξης ταυτίζεται μέ τό τέλος τῆς ὑπάρξεώς μας.
Ὁ Χριστός ὅμως δέν δίδαξε ἁπλά μία ἀόριστη πίστη σέ ζωή μετά τό θάνατο, ὅπως ἔκαναν πολλοί ἀρχηγοί θρησκειῶν, ἀλλά μετέβη στόν Ἅδη γιά νά νικήσει τόν θάνατο μέ τήν Ἀνάστασή Του. Γι΄ αὐτό καί ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ ὀνομάζεται ζωοποιός θάνατος, ἐπειδή ἔγινε ἡ αἰτία τῆς ὁλοκληρωτικῆς συντριβῆς τοῦ θανάτου.
Μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπαντῶνται ὅλα τά φιλοσοφικά καί μεταφυσικά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν μιλᾶ μόνο γιά πίστη σέ ἀθανασία τῆς ψυχῆς ὅπως ὁ πλατωνισμός, ἀλλά πιστεύει στήν Ἀνάσταση τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων. Καί τότε ὁ ἄνθρωπος λυτρώνεται, μόλις πιστέψει ὅτι ὁ Θεός δέν τόν προόρισε γιά τή φθορά καί τόν θάνατο, ἀλλά γιά τήν αἰώνια κοινωνία μαζί Του. Ἡ προοπτική τῆς Ἀναστάσεως ἔρχεται σάν τό φῶς πού φωτίζει τό σκοτάδι κάθε ἀδικίας, καθώς καί τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Ἀκόμα καί ἄν αὐτές φαίνονται ἀξεπέραστες ἄς θυμηθοῦμε ὅτι πρίν ξημερώσει, τό σκοτάδι φαίνεται βαθύτερο, ὅμως μετά ἔρχεται τό φῶς τοῦ ἡλίου καί διαλύει κάθε σκότος. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τό φῶς τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ διαλύει κάθε ἀδικία, ἀλλά καί κάθε ἀμφιβολία καί ἀπιστία.
Ὁ Χριστός, ὅπως ἀκούσαμε στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, ἐμφανίστηκε στούς μαθητές Του τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς, τῆς ἡμέρας πού ἀναστήθηκε. Ἔλειπε ὅμως ὁ Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος μόλις πληροφορεῖται τήν Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος, ζητᾶ νά Τόν δεῖ καί νά Τόν ἀγγίξει. Ὄχι ἀπό ἀπόρριψη, ἀλλά ἀπό λαχτάρα. Γιά τό λόγο αὐτό ἡ ἀπιστία του ὀνομάζεται «καλή ἀπιστία». Καί ἔρχεται ἡ στιγμή αὐτή ὁκτώ ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση. Ἔρχεται πάλι ὁ Χριστός, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», γιατί παρόλο πού τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάσταση εἶναι ὑλικό, δέν εἶναι δηλαδή φάντασμα, ὡστόσο δεν ὑπόκειται στούς νόμους τῆς φύσεως. Γι’ αὐτό καί μπορεῖ καί εἰσέρχεται ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστές. Καί μάλιστα ὁ Χριστός καθοδηγεῖ τόν Θωμᾶ νά θέσει τό χέρι του στούς τύπους τῶν ἥλων καί στή λογχευμένη πλευρά. Γιατί ὁ Χριστός καί μετά τήν Ἀνάστασή Του φέρει τούς τύπους, δηλαδή τίς πληγές ἀπό τού ἥλους, τά καρφιά δηλαδή καί τήν πληγή στήν πλευρά Του, ὥστε νά μήν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Ἴδιος ἔπαθε ὡς ἄνθρωπος καί ὡς Θεός ἀνέστη.
Ἡ πρώτη ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστός εἶναι Θεός ἔρχεται ἀπό τόν Θωμᾶ ἕνα πρόσωπο πού μέχρι πρότινος ἀμφέβαλλε. Ἀμφέβαλλε ὅμως ὄχι ἀπό ἀπιστία, ἀλλά ἀπό λαχτάρα. Ἤθελε ὄχι ἀπλά νά πιστέψει τήν Ἀνάσταση, ἀλλά νά τήν νιώσει. Νά νιώσει ὅτι ὁ Διδασκαλός Του ἀναστήθηκε. Ἤξερε ὅτι ἀπέθανε μέ τόν πλέον ἀτιμωτικό θάνατο καί κατόπιν τάφηκε. Γι’ αὐτό μόλις τοποθετεῖ τά χέρια του στούς τύπους τῶν ἤλων καί στήν λογχευθεῖσα πλευρά τοῦ Χριστοῦ, βεβαιώνεται ὅτι ἀναστήθηκε πραγματικά ὁ Διδασκαλός του καί ἀναφωνεῖ: «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς καί οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἦταν αὐτόπτες καί αὐτήκοοι μάρτυρες τῶν ὑπερφυσικῶν αὐτῶν γεγονότων, «τοῦ Σταυροῦ, τοῦ Τάφου καί τῆς Τριημέρου Ἀναστάσεως» τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ. Λένε ὁρισμένοι ἀφελῶς ὅτι πέρα ἀπό τίς Εὐαγγελικές διηγήσεις δέν ἔχουμε ἄλλους αὐτόπτες μάρτυρες τῶν γεγονότων αὐτῶν. Ἐδῶ ὅμως τίθεται τό ἐρώτημα: Ἄν κάποιος καταστεῖ αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυς τέτοιων ὑπερφυσικῶν γεγονότων εἶναι ποτέ δυνατόν νά κρατήσει οὐδέτερη στάση; Φυσικά καί ὄχι! Ἀκολουθεῖ τόν Χριστό καί φθάνει στό σημεῖο ἀκόμη και νά θυσιαστεῖ γιά Αὐτόν. Καί ἔτσι οἱ περισσότεροι Ἀπόστολοι θανατώθηκαν μαρτυρικά, θυσιαζόμενοι ὄχι γιά μία ἁπλή ἰδεολογία, ἀλλά μαρτυρώντας αὐτά τά γεγονότα τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως, μέ τά ὁποῖα ὁ Χριστός, μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τή δουλεία τοῦ θανάτου.
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἐμεῖς οἱ ἀνά τούς αἰῶνες Χριστιανοί εἴμαστε, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου, «οἱ μή εἰδόντες καί πιστεύσαντες», αὐτοί πού δέν Τόν εἴδαμε μέν ἀλλά Τόν πιστεύουμε μέ πόθο καρδίας, καί περιμένουμε νά Τόν συναντήσουμε. Γιατί ἡ στιγμή ἐκείνη θά ἔρθει. Πρός τό παρόν καλούμαστε νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τό ἅγιο θέλημά Του, νά Τόν ἀγαπήσουμε «ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας», ἀλλά καί νά ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας, ὅταν μᾶς ζητηθεῖ, σέ αὐτούς τούς χαλεπούς καιρούς τούς ὁποίους ζοῦμε. Γιατί ἔρχεται ἡ στιγμή, ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἡ μεγάλη τῆς ἐν δόξῃ ἐλεύσεώς Του, ὅπου θά Τόν ἀντικρύσουμε πλέον «πρόσωπον πρός πρόσωπον». Καί τότε καί ἐμεῖς σέ ἐκείνη τή συνάντηση μακάρι νά εἴμαστε ἔτοιμοι νά ἀναφωνήσουμε ὅπως ὁ Θωμᾶς: «ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου». Ἀμήν.